- Η συνθήκη New START εκπνέει επίσημα στις 5 Φεβρουαρίου 2026.
- Περιορίζει τις πυρηνικές κεφαλές των ΗΠΑ και της Ρωσίας στις 1.550.
- Ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει απαντήσει ακόμα στην πρόταση Πούτιν για παράταση.
- Η άνοδος της Κίνας περιπλέκει τις προσπάθειες για μια νέα συμφωνία.
- Η λήξη της συνθήκης απειλεί να πυροδοτήσει μια νέα κούρσα εξοπλισμών.
Η τελευταία συνθήκη ελέγχου των πυρηνικών όπλων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας, η New START, πρόκειται να εκπνεύσει στις 5 Φεβρουαρίου, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής διεθνούς εποπτείας. Όπως μεταδίδει το Reuters, η απουσία συμφωνίας για παράταση αφήνει ένα επικίνδυνο κενό στην παγκόσμια ασφάλεια, εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων.
| Κατηγορία Οπλισμού | Ανώτατο Όριο ανά Πλευρά |
|---|---|
| Αναπτυγμένες Πυρηνικές Κεφαλές | 1.550 |
| Αναπτυγμένοι Πύραυλοι & Βομβαρδιστικά | 700 |
| Εκτοξευτές (Αναπτυγμένοι & Μη) | 800 |
| Διάρκεια Ισχύος | Έως 5 Φεβρουαρίου 2026 |
Η συνθήκη New START υπεγράφη το 2010 από τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και τον Ντμίτρι Μεντβέντεφ, σε μια περίοδο που οι σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων βρίσκονταν σε φάση «επανεκκίνησης». Σήμερα, το γεωπολιτικό αποτύπωμα της συμφωνίας είναι πιο κρίσιμο από ποτέ, καθώς αποτελεί το μοναδικό θεσμικό ανάχωμα που περιορίζει τον αριθμό των στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών παγκοσμίως.
Η αξία των πυρηνικών συνθηκών έγκειται στη δημιουργία ενός σταθερού, διαφανούς πλαισίου που εμποδίζει τις κούρσες εξοπλισμών από το να βγουν εκτός ελέγχου.
Αναλυτές Στρατηγικής, Reuters
Τα αυστηρά όρια και οι μηχανισμοί ελέγχου
Η συνθήκη θέτει ανώτατα όρια στα στρατηγικά πυρηνικά όπλα που προορίζονται για πλήγματα σε ζωτικά πολιτικά και στρατιωτικά κέντρα. Συγκεκριμένα, κάθε πλευρά επιτρέπεται να διαθέτει έως 1.550 αναπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές και 700 πυραύλους ή βομβαρδιστικά.
Επιπλέον, προβλέπεται ένα σύστημα επιτόπιων επιθεωρήσεων με σύντομη προειδοποίηση, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση. Ωστόσο, οι επιθεωρήσεις αυτές έχουν σταματήσει από το 2023, όταν ο Βλαντίμιρ Πούτιν ανέστειλε τη συμμετοχή της Μόσχας λόγω της αμερικανικής υποστήριξης στην Ουκρανία.
Το δίλημμα της Ουάσιγκτον και ο ρόλος του Τραμπ
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, καλείται τώρα να αποφασίσει αν θα αποδεχθεί την πρόταση Πούτιν για μια άτυπη παράταση ενός έτους. Εντός των ΗΠΑ, οι απόψεις διίστανται, με ορισμένους αναλυτές να προειδοποιούν για τον κίνδυνο μιας νέας κούρσας εξοπλισμών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις από αναλυτές στρατηγικής, η αποδέσμευση από τη New START θα μπορούσε να επιτρέψει στις ΗΠΑ να ενισχύσουν το οπλοστάσιό τους απέναντι στη ραγδαία πυρηνική άνοδο της Κίνας. Ωστόσο, μια τέτοια κίνηση ενδέχεται να εκληφθεί ως σήμα στρατηγικής αστάθειας από τη διεθνή κοινότητα.
Οι συνέπειες ενός κενού ασφαλείας
Εάν η συνθήκη εκπνεύσει χωρίς διάδοχη κατάσταση, θα τερματιστεί μια περίοδος 50 ετών συνεχών περιορισμών στα πυρηνικά οπλοστάσια. Οι υποστηρικτές του ελέγχου των εξοπλισμών φοβούνται ότι αυτό θα αυξήσει τους πυρηνικούς κινδύνους, ειδικά σε μια στιγμή που το Ρολόι της Καταστροφής βρίσκεται πιο κοντά στα μεσάνυχτα από ποτέ.
Χωρίς τη συνθήκη, κάθε πλευρά θα είναι ελεύθερη να αναπτύξει εκατοντάδες επιπλέον κεφαλές. Παρόλο που οι ειδικοί τονίζουν ότι αυτό δεν θα συμβεί εν μία νυκτί λόγω τεχνικών προκλήσεων, η μακροπρόθεσμη ανησυχία αφορά έναν ανεξέλεγκτο ανταγωνισμό βασισμένο σε υποθέσεις για τις προθέσεις του αντιπάλου.
Η πρόκληση μιας νέας πολυμερούς συμφωνίας
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει εκφράσει την επιθυμία για μια «καλύτερη» συμφωνία που θα περιλαμβάνει και την Κίνα. Το Πεκίνο, ωστόσο, απορρίπτει την ιδέα τριμερών συνομιλιών, θεωρώντας ότι το οπλοστάσιό του παραμένει πολύ μικρότερο από εκείνα της Ρωσίας και των ΗΠΑ.
Παράλληλα, η Ρωσία ζητά να συμπεριληφθούν στις διαπραγματεύσεις οι πυρηνικές δυνάμεις της Βρετανίας και της Γαλλίας. Η πολυπλοκότητα αυτή, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων όπως ο πύραυλος Oreshnik, καθιστά την επίτευξη μιας νέας συνθήκης μια εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία.