- Η ZTE ενδέχεται να πληρώσει πάνω από 1 δισ. δολάρια για υποθέσεις δωροδοκίας.
- Η έρευνα αφορά παράνομες πληρωμές στη Νότια Αμερική, κυρίως στη Βενεζουέλα.
- Υπάρχει κίνδυνος νέου αποκλεισμού από αμερικανικούς προμηθευτές τσιπ όπως η Qualcomm.
- Οποιαδήποτε συμφωνία απαιτεί την έγκριση της κινεζικής κυβέρνησης.
- Το πρόστιμο μπορεί να ξεπεράσει τα ετήσια κέρδη της εταιρείας.
Ο κινεζικός τηλεπικοινωνιακός κολοσσός ZTE βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα νέο πρόστιμο-μαμούθ που ενδέχεται να ξεπεράσει το 1 δισεκατομμύριο δολάρια, προκειμένου να διευθετήσει κατηγορίες για διεθνή δωροδοκία. Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες, το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ διερευνά παραβιάσεις του νόμου Foreign Corrupt Practices Act (FCPA), οι οποίες αφορούν σε παράνομες πληρωμές για την εξασφάλιση συμβολαίων στη Νότια Αμερική, θέτοντας σε κίνδυνο την πρόσβαση της εταιρείας σε κρίσιμη αμερικανική τεχνολογία.
| Κατηγορία / Γεγονός | Λεπτομέρειες / Ποσό |
|---|---|
| Πιθανό Νέο Πρόστιμο | 1 έως 2+ δισεκατομμύρια δολάρια |
| Νομικό Πλαίσιο | Foreign Corrupt Practices Act (FCPA) |
| Περιοχές Δωροδοκίας | Νότια Αμερική (Βενεζουέλα), Αλγερία, Φιλιππίνες |
| Προηγούμενα Πρόστιμα | ~2 δισεκατομμύρια δολάρια (2017-2018) |
| Ετήσια Κέρδη ZTE (2024) | 1,16 δισεκατομμύρια δολάρια |
| Κρίσιμοι Προμηθευτές | Qualcomm, Intel, AMD |
Αυτή η εξέλιξη έρχεται ως συνέχεια μιας πολυετούς περιπέτειας της ZTE με τις αμερικανικές αρχές, καθώς η εταιρεία έχει ήδη καταβάλει περίπου 2 δισεκατομμύρια δολάρια σε πρόστιμα για παραβιάσεις εξαγωγικών περιορισμών. Το παρασκήνιο της υπόθεσης συνδέεται με την προσπάθεια του ομίλου να κυριαρχήσει στις διεθνείς τηλεπικοινωνίες, συχνά παρακάμπτοντας τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού, σε μια περίοδο που οι αμερικανικές πιέσεις προς την Κίνα εντείνονται διαρκώς.
Η εταιρεία δηλώνει μηδενική ανοχή σε κάθε μορφή διαφθοράς ή δωροδοκίας, έχοντας εγκαταστήσει σύστημα συμμόρφωσης.
ZTE, Επίσημο Υπόμνημα 2024
Η έρευνα για παραβίαση του νόμου FCPA
Οι αμερικανικές αρχές επικεντρώνονται στην εφαρμογή του Foreign Corrupt Practices Act (FCPA) — ενός ομοσπονδιακού νόμου που απαγορεύει σε εταιρείες να προσφέρουν ανταλλάγματα σε ξένους αξιωματούχους για την απόκτηση επιχειρηματικών πλεονεκτημάτων. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Reuters, οι ερευνητές έχουν εντοπίσει ενδείξεις για εγκληματική συνωμοσία με σκοπό τη δωροδοκία σε χώρες όπως η Βενεζουέλα.
Η υπόθεση αυτή περιπλέκεται από το γεγονός ότι η ZTE βρίσκεται ήδη υπό καθεστώς επιτήρησης. Οι αμερικανικές αρχές εξετάζουν αν οι νέες αποκαλύψεις παραβιάζουν τη συμφωνία του 2018, η οποία είχε επιτρέψει στην εταιρεία να συνεχίσει τη λειτουργία της μετά από παρέμβαση που έκανε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Η κλιμάκωση της πίεσης στη Βενεζουέλα φαίνεται πως λειτούργησε ως καταλύτης για την ανακίνηση της υπόθεσης.
Οικονομικός αντίκτυπος και ο κίνδυνος του «μαύρου λίστας»
Για τη ZTE, ένα πρόστιμο της τάξης του 1 ή 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων αποτελεί υπαρξιακή απειλή, δεδομένου ότι τα καθαρά της κέρδη για το προηγούμενο έτος ανήλθαν σε 1,16 δισεκατομμύρια δολάρια. Ωστόσο, ο μεγαλύτερος φόβος των μετόχων δεν είναι το χρηματικό ποσό, αλλά η πιθανή επαναφορά της απαγόρευσης εξαγωγών από το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις έμπειρων νομικών παραστατών, μια τέτοια κίνηση θα απέκοπτε τη ZTE από προμηθευτές όπως η Qualcomm, η Intel και η AMD. Χωρίς τα τσιπ Snapdragon, η παραγωγή των high-end smartphones της εταιρείας θα καθίστατο αδύνατη, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Παρόμοιες υποθέσεις διαφθοράς σε κινεζικούς ομίλους έχουν δείξει ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν αυτά τα πρόστιμα ως γεωπολιτικό μοχλό πίεσης.
Η επόμενη μέρα και η στάση του Πεκίνου
Οποιαδήποτε συμφωνία συμβιβασμού θα απαιτήσει την τελική έγκριση της κινεζικής κυβέρνησης, γεγονός που μετατρέπει μια νομική υπόθεση σε διπλωματικό θρίλερ. Η Κίνα έχει ήδη αρχίσει να απαντά με δικά της μέτρα, όπως η υποχρεωτική χρήση εγχώριου εξοπλισμού, προσπαθώντας να θωρακίσει την τεχνολογική της κυριαρχία.
Αναλυτές στρατηγικής επισημαίνουν ότι η ZTE αποτελεί το «πειραματόζωο» για το πώς θα εξελιχθούν οι σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας. Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων θα καθορίσει αν η εταιρεία θα παραμείνει ένας παγκόσμιος παίκτης ή αν θα περιοριστεί στην εγχώρια αγορά, υπό το βάρος των αμερικανικών κυρώσεων και των κατηγοριών για συστηματική διαφθορά.
🛡️ Το παρόν άρθρο έχει καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την επίσημη νομική ή φοροτεχνική συμβουλή