- Η Γαλλία διεκδικεί το δικαίωμα της Ευρώπης να απορρίπτει απαράδεκτες αμερικανικές προτάσεις.
- Ο Ζαν-Νοέλ Μπαρό χαρακτήρισε τις αξιώσεις για τη Γροιλανδία ως μορφή εξαναγκασμού.
- Το Παρίσι καταγγέλλει τις κυρώσεις των ΗΠΑ σε Ευρωπαίους αξιωματούχους ως παρέμβαση.
- Υπάρχει έντονη ανησυχία για τη στήριξη της Ουάσιγκτον σε ακροδεξιά ευρωπαϊκά κόμματα.
Η Γαλλία διαμηνύει πως η Ευρώπη διατηρεί το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα να απορρίπτει απαράδεκτες προτάσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τον ιστορικό δεσμό των δύο πλευρών. Ο υπουργός Εξωτερικών, Ζαν-Νοέλ Μπαρό, κατά την ετήσια ομιλία του προς τους Γάλλους πρεσβευτές, τόνισε ότι η προάσπιση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας αποτελεί προτεραιότητα απέναντι στις πιέσεις της κυβέρνησης του προέδρου των ΗΠΑ.
| Ζήτημα Τριβής | Θέση Γαλλίας & ΕΕ |
|---|---|
| Γροιλανδία | Αδιαπραγμάτευτη κυριαρχία – Δεν πωλείται |
| Κυρώσεις σε Αξιωματούχους | Πρόκληση στην ευρωπαϊκή ρυθμιστική ικανότητα |
| Πολιτική Παρέμβαση | Απόρριψη στήριξης σε αντιευρωπαϊκές δυνάμεις |
| Διατλαντικοί Δεσμοί | Ανάγκη για ισότιμη σχέση και δικαίωμα αρνησικυρίας |
Αυτή η εξέλιξη έρχεται ως συνέχεια της αυξανόμενης δυσαρέσκειας μεταξύ των συμμάχων της Ουάσιγκτον, καθώς οι πολιτικές «Πρώτα η Αμερική» του προέδρου των ΗΠΑ ανατρέπουν τις παραδοσιακές ισορροπίες. Όπως μεταδίδει το Reuters, το Παρίσι επιδιώκει να θέσει ένα σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα απέναντι σε αξιώσεις που θεωρεί ότι θίγουν την εθνική και ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Είναι δικαίωμά μας να λέμε όχι σε έναν ιστορικό σύμμαχο, όσο ιστορικός κι αν είναι, όταν η πρότασή του είναι απαράδεκτη.
Ζαν-Νοέλ Μπαρό, Υπουργός Εξωτερικών της Γαλλίας
Η επαναξιολόγηση των διατλαντικών δεσμών
Στην ετήσια ομιλία του, ο Ζαν-Νοέλ Μπαρό υπογράμμισε ότι η νέα αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να επανεξετάσει τους δεσμούς που ενώνουν τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι, ενώ αυτό είναι δικαίωμα της Ουάσιγκτον, η Ευρώπη έχει την ίδια υποχρέωση να προστατεύσει τα δικά της συμφέροντα.
«Είναι δικαίωμά μας να λέμε όχι σε έναν ιστορικό σύμμαχο, όσο ιστορικός κι αν είναι, όταν η πρότασή του είναι απαράδεκτη», δήλωσε χαρακτηριστικά. Η τοποθέτηση αυτή αντανακλά το κλίμα ανησυχίας για τις βλέψεις των ΗΠΑ στη Γροιλανδία, ένα ζήτημα που έχει κινητοποιήσει τη διπλωματική μηχανή της Γηραιάς Ηπείρου.
Η Γροιλανδία και οι «εξωτερικοί αντίπαλοι»
Ο Γάλλος υπουργός δεν δίστασε να παραλληλίσει τις πιέσεις των ΗΠΑ με τις ενέργειες της Ρωσίας του Βλαντιμίρ Πούτιν. Ανέφερε ότι η Ευρώπη δέχεται επιθέσεις από «αντιπάλους» που επιδιώκουν να διαλύσουν τους ιστορικούς δεσμούς της Ένωσης, εκμεταλλευόμενοι τις εσωτερικές διαιρέσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις εδαφικές παραβιάσεις στην ανατολική πτέρυγα, τον εμπορικό εκβιασμό και τις αξιώσεις για τη Γροιλανδία. Ο Μπαρό ήταν κατηγορηματικός: η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση, επαναλαμβάνοντας την πλήρη στήριξη της ΕΕ προς τη Δανία και την τοπική κυβέρνηση του Νουούκ.
Κυρώσεις και πολιτική παρέμβαση
Στο στόχαστρο του Παρισιού βρέθηκαν επίσης οι αμερικανικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε Ευρωπαίους αξιωματούχους. Ο Μπαρό αναφέρθηκε συγκεκριμένα στις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον Τιερί Μπρετόν και σε άλλους ακτιβιστές κατά της παραπληροφόρησης, χαρακτηρίζοντάς τις πρόκληση για την ικανότητα της Ευρώπης να ορίζει τους δικούς της κανόνες.
Επιπλέον, άσκησε κριτική στις προσπάθειες στήριξης πολιτικών δυνάμεων που στρέφονται κατά της ευρωπαϊκής κληρονομιάς. Η αναφορά αυτή ερμηνεύεται ως σαφής αιχμή για τη στήριξη της Ουάσιγκτον σε ακροδεξιά κόμματα εντός της Ευρώπης, ενόψει και των γαλλικών προεδρικών εκλογών σε λιγότερο από 18 μήνες.
Η επόμενη μέρα για τη διατλαντική συμμαχία
Επισημαίνεται από αναλυτές στρατηγικής που παρακολουθούν τις διατλαντικές σχέσεις ότι η ρητορική αυτή σηματοδοτεί μια βαθιά ρήξη στις αξίες. Η τοποθέτηση του Μπαρό ακολούθησε τις δηλώσεις του Γερμανού προέδρου, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, ο οποίος έκανε λόγο για «κατάρρευση αξιών» από την πλευρά του σημαντικότερου εταίρου της Ευρώπης.
Η Γαλλία δεσμεύεται να αντισταθεί σε κάθε μορφή πίεσης ή εξαναγκασμού, επιδιώκοντας τη διατήρηση μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής πορείας. Η στάση αυτή αναμένεται να καθορίσει τις διμερείς σχέσεις το επόμενο διάστημα, καθώς η Ευρώπη καλείται να διαχειριστεί την κλιμάκωση της έντασης σε πολλαπλά μέτωπα.