- Η Ελλάδα κατατάσσεται 2η στην Ε.Ε. στη φορολόγηση της εργασίας με συντελεστή 40,5%.
- Η επιβάρυνση έχει αυξηθεί κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες από το 2009 μέχρι σήμερα.
- Ο πληθωρισμός προκάλεσε 'δημοσιονομική διάβρωση', μεταφέροντας εργαζόμενους σε υψηλότερα κλίμάκια.
- Από τον Ιανουάριο του 2026 αυξήθηκε το όριο για τον ανώτατο φορολογικό συντελεστή 44%.
- Η φορολόγηση της κατανάλωσης (17,8%) παραμένει κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σύμφωνα με τη νέα μελέτη του ΚΕΦίΜ, η Ελλάδα καταλαμβάνει πλέον τη δεύτερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας. Ο πραγματικός συντελεστής φορολόγησης, ο οποίος ενσωματώνει φόρους και ασφαλιστικές εισφορές, διαμορφώνεται στο 40,5%, περιορίζοντας δραστικά την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
| Έτος | Συντελεστής Φορολόγησης (%) | Σχέση με Μέσο Όρο Ε.Ε. |
|---|---|---|
Έτος 2009 | Συντελεστής Φορολόγησης (%) 35,0% | Σχέση με Μέσο Όρο Ε.Ε. Χαμηλότερος (-1,9%) |
Έτος 2012 | Συντελεστής Φορολόγησης (%) 39,5% | Σχέση με Μέσο Όρο Ε.Ε. Υψηλότερος |
Έτος 2019 | Συντελεστής Φορολόγησης (%) 40,2% | Σχέση με Μέσο Όρο Ε.Ε. Υψηλότερος |
Έτος 2023 | Συντελεστής Φορολόγησης (%) 40,5% | Σχέση με Μέσο Όρο Ε.Ε. Υψηλότερος (+3,5%) |
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο στατιστικό γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας δημοσιονομικής πολιτικής που μετέτρεψε τη βαριά φορολόγηση από έκτακτο μέτρο σε διαρθρωτικό χαρακτηριστικό της οικονομίας. Το παρασκήνιο της υπόθεσης συνδέεται άμεσα με την ανάγκη για δημοσιονομική σταθεροποίηση μετά την κρίση χρέους, η οποία όμως φαίνεται να έχει παγιωθεί εις βάρος της εργασίας.
Σε σχέση με το 2009, η επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα έχει αυξηθεί κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες, ξεπερνώντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Μελέτη ΚΕΦίΜ, Στοιχεία 2023
Η ακτινογραφία της φορολογικής επιβάρυνσης
Η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει μία από τις υψηλότερες επιβαρύνσεις στην Ευρώπη, με τον πραγματικό συντελεστή να βρίσκεται πίσω μόνο από αυτόν της Ιταλίας. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι φόροι και οι εισφορές απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, γεγονός που συνδέεται άμεσα με την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας, η οποία στην Ελλάδα έρχεται με σημαντική καθυστέρηση.
Αυτή η πίεση επηρεάζει αρνητικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τα κίνητρα για νόμιμη απασχόληση. Παρά την πρόσφατη μείωση της ανεργίας, το φορολογικό βάρος παραμένει δυσανάλογα υψηλό για τον μέσο εργαζόμενο, ο οποίος βλέπει τις κρατήσεις του να αυξάνονται χωρίς αντίστοιχη βελτίωση των υπηρεσιών.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις έμπειρων οικονομικών αναλυτών, η διατήρηση της επιβάρυνσης σε αυτά τα επίπεδα ενισχύει τη φοροδιαφυγή και την αδήλωτη εργασία. Επισημαίνεται από παράγοντες της αγοράς ότι η υψηλή φορολογική σφήνα λειτουργεί ως τροχοπέδη για τις επενδύσεις και τη δημιουργία νέων, καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας.
Η ιστορική αναδρομή και η σύγκριση με την Ε.Ε.
Η εικόνα της χώρας άλλαξε δραματικά από το 2009, όταν ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής ανερχόταν στο 35%, όντας χαμηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μέσα σε τρία χρόνια, η επιβάρυνση εκτινάχθηκε στο 39,5%, καθώς η φορολογία χρησιμοποιήθηκε ως βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση της ύφεσης.
Σήμερα, η Ελλάδα φορολογεί την εργασία περίπου 3,5 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα, στη φορολόγηση της κατανάλωσης, η χώρα εμφανίζεται πιο ισορροπημένη, καταλαμβάνοντας τη μέση της ευρωπαϊκής κλίμακας με συντελεστή 17,8%.
Η αντίφαση αυτή είναι έντονη, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι καταγράφουν τις περισσότερες ώρες εργασίας στην Ε.Ε., αλλά η παραγωγικότητά τους παραμένει χαμηλή λόγω των δομικών αδυναμιών και της υπερφορολόγησης των συντελεστών παραγωγής.
Η «δημοσιονομική διάβρωση» και οι αλλαγές του 2026
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα των τελευταίων ετών είναι η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως δημοσιονομική διάβρωση (fiscal drag) — *η διαδικασία όπου ο πληθωρισμός ωθεί τους φορολογουμένους σε υψηλότερα φορολογικά κλιμάκια χωρίς αύξηση του πραγματικού εισοδήματος* — περιόρισε τα οφέλη από τις ονομαστικές αυξήσεις μισθών.
Τα μέτρα που ενεργοποιήθηκαν τον Ιανουάριο του 2026 στοχεύουν στην άμβλυνση αυτού του φαινομένου. Η μεταφορά του ανώτατου συντελεστή 44% από τις 40.000 στις 60.000 ευρώ αποτελεί μια θετική κίνηση, η οποία θα αποτυπωθεί και στις φορολογικές δηλώσεις του 2026.
Ωστόσο, η συνολική επιβάρυνση παραμένει υψηλή, καθώς ο ανώτατος συντελεστής εφαρμόζεται από σχετικά χαμηλό επίπεδο εισοδήματος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα φορολογούμενοι που ανήκουν στη μεσαία τάξη να επιβαρύνονται με συντελεστές που προορίζονται για πολύ υψηλότερα εισοδήματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Οι προκλήσεις για το διαθέσιμο εισόδημα
Η ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών έχει βελτιώσει την εισπραξιμότητα, αλλά η πίεση στα νοικοκυριά παραμένει έντονη λόγω των πληθωριστικών πιέσεων της περιόδου 2020-2024. Η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων συνεχίζει να δοκιμάζεται από το συνδυασμό υψηλών τιμών και υψηλών κρατήσεων.
Στους διαδρόμους των αρμόδιων υπηρεσιών συζητείται η ανάγκη για περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών ως το επόμενο βήμα για την ελάφρυνση της εργασίας. Κοινή συνισταμένη των αναλύσεων αποτελεί η άποψη ότι χωρίς μια γενναία παρέμβαση στο κόστος της εργασίας, η σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα διαβίωσης θα παραμείνει αργή.
Εν αναμονή των νέων δημοσιονομικών στοιχείων, η επόμενη μέρα απαιτεί μια ισορροπία ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την ανάγκη για πραγματική αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, ώστε να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή και η βιώσιμη ανάπτυξη.
Πώς να διαχειριστείτε τη φορολογική επιβάρυνση
- Ελέγξτε τη νέα φορολογική κλίμακα του 2026 για να δείτε αν επηρεάζεται η παρακράτηση του μισθού σας.
- Αξιοποιήστε τις παροχές σε είδος (vouchers, εταιρικά αυτοκίνητα) που μπορεί να προσφέρει ο εργοδότης σας για μείωση του φορολογητέου εισοδήματος.
- Συγκεντρώστε ηλεκτρονικές αποδείξεις για να εξασφαλίσετε το αφορολόγητο όριο και τυχόν πρόσθετες εκπτώσεις.
- Συμβουλευτείτε έναν φοροτεχνικό για τη σωστή δήλωση εισοδημάτων από πρόσθετες πηγές ή το εξωτερικό.