- Το ΔΕΕ επιτρέπει την επιβολή προστίμων σε τράπεζες χωρίς προηγούμενη ταυτοποίηση φυσικών προσώπων.
- Η απόφαση C-291/24 ενισχύει την αντικειμενική εταιρική ευθύνη για ξέπλυμα χρήματος.
- Οι εθνικές αρχές δεν μπορούν να θέτουν επιπλέον διαδικαστικά εμπόδια που αποδυναμώνουν τις κυρώσεις.
- Κρίθηκαν νόμιμες οι προθεσμίες παραγραφής 3 και 5 ετών για διοικητικές κυρώσεις.
- Η Ελλάδα επηρεάζεται άμεσα, καθώς διευκολύνεται το έργο των εποπτικών αρχών.
Μια απόφαση-σταθμό εξέδωσε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), η οποία ανατρέπει τα δεδομένα για την επιβολή διοικητικών προστίμων σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η απόφαση στην υπόθεση C-291/24 ξεκαθαρίζει ότι οι αρχές μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις απευθείας σε νομικά πρόσωπα για ξέπλυμα χρήματος, χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη ταυτοποίηση ή καταδίκη συγκεκριμένου φυσικού προσώπου.
| Στοιχείο Απόφασης | Λεπτομέρειες & Ισχύς |
|---|---|
| Αριθμός Υπόθεσης | C-291/24 (Steiermärkische Bank) |
| Ημερομηνία Δημοσίευσης | 6 Φεβρουαρίου 2026 |
| Κύριο Αντικείμενο | Ευθύνη νομικών προσώπων για ξέπλυμα χρήματος |
| Βασική Οδηγία | Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 (Άρθρα 58-60) |
| Προθεσμία Παραγραφής | 3 έτη (κίνηση) / 5 έτη (επιβολή) |
| Επίπτωση για Ελλάδα | Άμεση επιβολή προστίμων χωρίς ποινική προδικασία |
Η εξέλιξη αυτή έρχεται ως συνέχεια της αυστηροποίησης του ευρωπαϊκού πλαισίου για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Τεχνικά, η πρόκληση έγκειται στην εναρμόνιση των εθνικών δικονομικών κανόνων με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849, η οποία επιτάσσει την επιβολή αποτελεσματικών και αποτρεπτικών κυρώσεων.
Η ευθύνη του νομικού προσώπου δεν μπορεί να εξαρτάται από την προηγούμενη τυπική απόδοση της παράβασης σε συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο.
Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Απόφαση C-291/24
Η απόφαση C-291/24 και το τέλος των διαδικαστικών εμποδίων
Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εξετάζοντας προδικαστική παραπομπή από την Αυστρία, έκρινε ότι η αποτελεσματικότητα του ενωσιακού δικαίου υπονομεύεται όταν οι εθνικές ρυθμίσεις θέτουν πρόσθετες προϋποθέσεις για την ευθύνη των εταιρειών. Συγκεκριμένα, η αυστριακή νομολογία απαιτούσε να έχει προηγηθεί η τυπική απόδοση κατηγορίας σε στέλεχος της τράπεζας προκειμένου να επιβληθεί πρόστιμο στον οργανισμό.
Το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι μια τέτοια απαίτηση αντίκειται στα άρθρα 58 έως 60 της σχετικής Οδηγίας. Η ευθύνη του νομικού προσώπου είναι αντικειμενική όταν οι παραβάσεις διαπράττονται προς όφελός του, μια προσέγγιση που ευθυγραμμίζεται με την ανάγκη για ταχεία καταστολή του οικονομικού εγκλήματος.
Η λογική αυτή θυμίζει έντονα την απόφαση για την αντικειμενική ευθύνη εταιρειών σε περιπτώσεις υπεξαίρεσης, όπου το δικαστήριο είχε τονίσει ότι οι επιχειρήσεις φέρουν το βάρος της συμμόρφωσης ανεξάρτητα από τις ατομικές πράξεις των διευθυντών τους.
Η σύνδεση με την προστασία δεδομένων και το προηγούμενο Deutsche Wohnen
Στο σκεπτικό της απόφασης γίνεται ειδική μνεία στην υπόθεση Deutsche Wohnen, η οποία αφορούσε τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR). Εκεί είχε κριθεί ότι τα διοικητικά πρόστιμα μπορούν να επιβάλλονται απευθείας σε επιχειρήσεις χωρίς να χρειάζεται να αποδειχθεί υπαιτιότητα συγκεκριμένου υπαλλήλου.
Αυτή η δογματική σύγκλιση μεταξύ διαφορετικών πεδίων του ευρωπαϊκού δικαίου ενισχύει την αρχή της εταιρικής ευθύνης. Οι δικαστές υπογραμμίζουν ότι η ανάγκη για εξατομίκευση της ευθύνης φυσικού προσώπου θα καθιστούσε την επιβολή κυρώσεων εξαιρετικά δυσχερή, ειδικά σε πολυδαίδαλες εταιρικές δομές.
Παραγραφή και προθεσμίες: Τι κρίθηκε εύλογο
Παρά την αυστηρότητα στο θέμα της ευθύνης, το ΔΕΕ αναγνώρισε το δικαίωμα των κρατών μελών να θέτουν εύλογες προθεσμίες παραγραφής. Στην αυστριακή περίπτωση, η τριετής προθεσμία για την κίνηση της διαδικασίας και η πενταετής για την επιβολή της κύρωσης κρίθηκαν συμβατές με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου.
Αυτό σημαίνει ότι οι εποπτικές αρχές πρέπει να δρουν εντός συγκεκριμένων χρονικών πλαισίων, διασφαλίζοντας ότι οι τράπεζες δεν τελούν υπό ένα καθεστώς διαρκούς αβεβαιότητας. Η ισορροπία αυτή κρίνεται απαραίτητη για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Οι άμεσες επιπτώσεις για την ελληνική αγορά και την Αρχή για το Ξέπλυμα
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις έμπειρων ποινικολόγων που παρακολουθούν την υπόθεση, η απόφαση αυτή «κλειδώνει» τις εξουσίες που έχει η Αρχή για το Ξέπλυμα Χρήματος στην Ελλάδα. Μέχρι σήμερα, πολλές προσφυγές τραπεζών κατά προστίμων βασίζονταν στο επιχείρημα ότι δεν είχε προηγηθεί ποινική καταδίκη στελεχών τους.
Πλέον, η ελληνική διοίκηση μπορεί να επιβάλλει κυρώσεις εκατομμυρίων απευθείας στα πιστωτικά ιδρύματα για συστημικές αστοχίες στους εσωτερικούς ελέγχους. Η απόφαση λειτουργεί ως καταλύτης για την επιτάχυνση των διαδικασιών, καθώς αποσυνδέει τη διοικητική κύρωση από την αργόσυρτη ποινική διαδικασία.
Εν αναμονή των νέων εγκυκλίων, νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι οι τράπεζες θα πρέπει να επενδύσουν ακόμη περισσότερο σε συστήματα αυτοματοποιημένης εποπτείας. Η αποφυγή του προστίμου δεν θα εξαρτάται πλέον από την «άγνοια» της διοίκησης, αλλά από την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πρόληψης που έχουν εγκαταστήσει.
Τι πρέπει να προσέξουν οι υπόχρεες οντότητες
- Επικαιροποίηση των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου (compliance) για τον εντοπισμό ύποπτων συναλλαγών.
- Διασφάλιση ότι οι διαδικασίες δέουσας επιμέλειας τηρούνται αυστηρά σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας.
- Τεκμηρίωση κάθε ενέργειας συμμόρφωσης για την αποφυγή αντικειμενικής ευθύνης σε περίπτωση ελέγχου.
- Παρακολούθηση των προθεσμιών παραγραφής που ισχύουν για διοικητικές κυρώσεις.
- Εκπαίδευση του προσωπικού στις νέες απαιτήσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας AML.