- Ο Ντόναλντ Τραμπ σκοπεύει να μηνύσει την BBC για δυσφήμιση στη Φλόριντα.
- Η αγωγή αφορά μονταρισμένο υλικό από την ομιλία του στις 6 Ιανουαρίου 2021.
- Ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ ζητάει αποζημιώσεις 1 έως 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
- Η BBC αντιμετώπισε παρόμοια κρίση με Συντηρητικούς βουλευτές τη δεκαετία του '80.
- Οι ιστορικές υποθέσεις εγείρουν ζητήματα αμεροληψίας και διακυβέρνησης του οργανισμού.
Η BBC βρίσκεται για άλλη μια φορά στο επίκεντρο μιας υψηλού διακυβεύματος νομικής διαμάχης, καθώς ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, σκοπεύει να την μηνύσει για δυσφήμιση στη Φλόριντα, ζητώντας αποζημιώσεις μεταξύ 1 και 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η αγωγή αφορά ένα ντοκιμαντέρ του 2024 από την εκπομπή «Panorama» που, κατά τον Τραμπ, διαστρέβλωσε την ομιλία του στις 6 Ιανουαρίου 2021. Αυτή η εξέλιξη φέρνει στην επιφάνεια παρόμοιες κρίσεις που αντιμετώπισε ο βρετανικός οργανισμός στο παρελθόν, ιδίως τη δεκαετία του 1980, με κατηγορίες για χειραγώγηση περιεχομένου.
Αυτή η εξέλιξη έρχεται ως συνέχεια μιας μακράς ιστορίας έντασης μεταξύ του βρετανικού δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα και δεξιών πολιτικών δυνάμεων, αναδεικνύοντας διαχρονικά ζητήματα δημοσιογραφικής δεοντολογίας, αμεροληψίας και της πίεσης που δέχεται η BBC σε περιόδους πολιτικής πόλωσης. Η τρέχουσα διαμάχη με τον νυν πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μια ηχώ παλαιότερων συγκρούσεων που αμφισβήτησαν την ακεραιότητα του οργανισμού και την ικανότητά του να διατηρεί την ανεξαρτησία του.
Η αγωγή του Ντόναλντ Τραμπ και οι κατηγορίες για δυσφήμιση
Σύμφωνα με το POLITICO, ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει εκφράσει την πρόθεσή του να μηνύσει την BBC στη Φλόριντα, ζητώντας αποζημιώσεις που ο ίδιος υπολογίζει μεταξύ 1 και 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η αγωγή αφορά ένα ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε το 2024, στο πλαίσιο της εμβληματικής εκπομπής «Panorama» του βρετανικού οργανισμού. Το επίμαχο ντοκιμαντέρ περιείχε αμφισβητούμενα μονταρισμένο υλικό από την ομιλία του Τραμπ στις 6 Ιανουαρίου 2021, το οποίο, κατά τον ίδιο, έδινε την εντύπωση ότι είχε παροτρύνει τους υποστηρικτές του να εισβάλουν στο Καπιτώλιο στην Ουάσιγκτον. Ο Τραμπ ανακάλυψε το γεγονός αφού είχε παρέλθει η προθεσμία για αγωγή δυσφήμισης στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθιστώντας αδύνατη τη δικαστική προσφυγή εκεί. Αν το είχε μάθει εγκαίρως, ενδέχεται να είχε λάβει δεκάδες χιλιάδες λίρες σε διακανονισμό ή αποζημίωση, ειδικά μετά τη δημόσια συγγνώμη της BBC. Ωστόσο, η προσφυγή στα αμερικανικά δικαστήρια παρουσιάζει διαφορετικές προκλήσεις, κυρίως λόγω του ότι το ντοκιμαντέρ δεν ήταν ποτέ διαθέσιμο στις ΗΠΑ, καθιστώντας δύσκολη την απόδειξη δικαιοδοσίας. Επιπλέον, οι δικηγόροι του πρέπει να αποδείξουν ότι η φήμη του υπέστη υλική ζημία και ότι οι συντελεστές της εκπομπής ενήργησαν με ρητή κακοβουλία. Η BBC, από την πλευρά της, έχει δηλώσει ότι θα υπερασπιστεί τον εαυτό της έναντι οποιασδήποτε τέτοιας αξίωσης.
Η ιστορική αναδρομή: «Maggie’s Militant Tendency» και οι Συντηρητικοί
Η παρούσα κατάσταση δεν είναι πρωτόγνωρη για την BBC. Πολύ πριν ο Τραμπ γίνει πολιτικός, μια παλαιότερη έκδοση του «Panorama» είχε βυθίσει τον οργανισμό σε μια ανάλογη υπαρξιακή κρίση, προσφέροντας σημαντικά διδάγματα. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, επί πρωθυπουργίας Μάργκαρετ Θάτσερ, η εκπομπή βρέθηκε σε παρόμοια αναταραχή. Η διαμάχη αφορούσε ένα πρόγραμμα με τίτλο «Maggie’s Militant Tendency», το οποίο, μεταξύ άλλων λαθών, χειραγώγησε πλάνα για να διατυπώσει αρκετούς επίμαχους ισχυρισμούς ότι μια χούφτα Συντηρητικοί βουλευτές ήταν «ρατσιστές» ή οιονεί φασίστες. Ο τίτλος και μόνο ήταν αρκετός για να προκαλέσει αντιδράσεις στη δεξιά πτέρυγα, καθώς η «Militant Tendency» ήταν μια ακροαριστερή υποομάδα που χρησιμοποιούσε τακτικές διείσδυσης στο Εργατικό Κόμμα. Η εκπομπή υπονοούσε ότι μια παρόμοια διάσπαση ακροδεξιών στοιχείων κέρδιζε έδαφος στο Συντηρητικό Κόμμα. Ο πρώην ρεπόρτερ του «Panorama», Τομ Μπάουερ, χαρακτήρισε το 2002 την εκπομπή ως «ένα θλιβερά λανθασμένο πρόγραμμα», θεωρώντας «παραλογισμό» το να εξισώνεται μια χούφτα φερόμενων ρατσιστών Τόρις με τη διαδεδομένη μαρξιστική διείσδυση στο Εργατικό Κόμμα.
Χειραγώγηση πλάνων και οι δικαστικές διαμάχες
Η εκπομπή του 1984 περιείχε σοβαρές παραποιήσεις. Ο Συντηρητικός βουλευτής Χάρβεϊ Πρόκτορ θυμήθηκε σε πρόσφατο άρθρο ότι μια συνέντευξη μαζί του «μονταρίστηκε τόσο πρόχειρα που με έδειχνε με τρία διαφορετικά κοστούμια σε αυτό που παρουσιάστηκε ως μία μόνο συνάντηση». Ο Τζον Σέλγουιν Γκάμερ, Πρόεδρος του Συντηρητικού Κόμματος, σχολίασε τότε ότι «ήξερε ότι ο Πρόκτορ ήταν πολλά πράγματα, αλλά όχι καλλιτέχνης της γρήγορης αλλαγής». Σε μια άλλη ακολουθία, πλάνα του βουλευτή Τζέραλντ Χάουαρθ με στολή προβλήθηκαν με ταυτόχρονο σχολιασμό, ισχυριζόμενοι ότι είχε παραστεί σε φασιστική συνάντηση στην Ιταλία, υπονοώντας ότι φορούσε φασιστική στολή. Στην πραγματικότητα, φορούσε στολή μηχανοδηγού τρένου και παρευρισκόταν σε συγκέντρωση λάτρεις των ατμοκίνητων σιδηροδρόμων. Μετά την προβολή της τον Ιανουάριο του 1984, η εκπομπή οδήγησε σε αγωγές δυσφήμισης από πέντε Συντηρητικούς βουλευτές. Ενώ ορισμένοι απέσυραν τις αγωγές τους, οι υποθέσεις των Χάουαρθ και Νιλ Χάμιλτον έφτασαν στο δικαστήριο δύο χρόνια αργότερα. Η BBC, αντί να ζητήσει συγγνώμη για ορισμένα λάθη της, επέλεξε να τους πολεμήσει με νύχια και με δόντια.
Οι αποζημιώσεις και το μήνυμα της νίκης
Η δίκη διήρκεσε μόλις τέσσερις ημέρες, με στιγμές που άγγιξαν το παράλογο. Μία από τις κατηγορίες εναντίον του Χάμιλτον ήταν ότι είχε κάνει μιμήσεις του Χίτλερ μετά από επίσκεψη στο Ράιχσταγκ του Βερολίνου. Για να αποδείξει ότι η μίμηση ήταν σατιρική και όχι σοβαρή πολιτική δέσμευση, του ζητήθηκε να την αναπαραστήσει δύο φορές στο δικαστήριο. Άλλη κατηγορία αφορούσε τη συμμετοχή του το 1973 σε συνέδριο του ιταλικού φασιστικού κόμματος MSI. Τέσσερις ημέρες μετά την έναρξη της διαδικασίας, πριν προλάβει η υπεράσπιση της BBC να λάβει τον λόγο, η διοίκηση του οργανισμού, υπό την πίεση του Διοικητικού Συμβουλίου και των Συντηρητικών υπουργών, προχώρησε σε σημαντικούς διακανονισμούς. Η BBC ζήτησε συγγνώμη για τους ψευδείς ισχυρισμούς ότι οι Χάμιλτον και Χάουαρθ ήταν μέλη μιας «σφοδρά ρατσιστικής και αντισημιτικής» ακροδεξιάς ομάδας, ότι είχαν παραπλανήσει τον πρόεδρο του Συντηρητικού Κόμματος και ότι είχαν κάνει ρατσιστικά σχόλια ή είχαν παρελάσει με ναζιστικό βήμα κατά τη διάρκεια επίσκεψης στη Βόννη το 1983. Ο Χάμιλτον και ο Χάουαρθ έλαβαν έκαστος 20.000 λίρες, ένα σημαντικό ποσό για την εποχή, και οι αποζημιώσεις δυσφήμισης ήταν αφορολόγητες. Μετά την ετυμηγορία, ο Χάμιλτον παρομοίασε τη νίκη τους με τη μάχη του Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ, δηλώνοντας ότι για εκείνους ήταν «το τέλος της αρχής, αλλά για κάποιους στην BBC πιθανώς η αρχή του τέλους».
Αυτό που ανησυχεί τους αναλυτές και τους παρατηρητές των μέσων ενημέρωσης είναι η επαναλαμβανόμενη φύση τέτοιων κρίσεων, οι οποίες υπονομεύουν την αξιοπιστία και την αμεροληψία ενός δημόσιου φορέα που χρηματοδοτείται από τους φορολογούμενους. Η αγορά και οι πολιτικοί κύκλοι φαίνεται να προεξοφλούν ότι η BBC θα βρεθεί εκ νέου αντιμέτωπη με ισχυρές πιέσεις για την ανανέωση του καταστατικού της και την επέκταση του τέλους άδειας, ειδικά εν μέσω αυξανόμενων επικρίσεων για τη διαχείριση παρόμοιων υποθέσεων.
Η επόμενη μέρα και οι προκλήσεις για την BBC
Τότε, όπως και τώρα, υπήρχε μια κρίση διακυβέρνησης στην BBC και ένα ευρύτερο πλαίσιο προβλημάτων. Τότε, όπως και τώρα, υπήρχε μια επικείμενη πολιτική πρόκληση για την BBC να εξασφαλίσει την ανανέωση του καταστατικού της και την επέκταση του πολυπόθητου τέλους άδειας. Όλοι οι οργανισμοί μέσων ενημέρωσης μάχονται για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους έναντι αγωγών δυσφήμισης, και η BBC δεν αποτελεί εξαίρεση. Ωστόσο, ενώ ο ραδιοτηλεοπτικός φορέας μπορεί δικαιολογημένα να υποστηρίζει ότι δεν έχει λόγο να διαφωνήσει με τον Τραμπ, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τη δεκαετία του 1980, η BBC επικρίθηκε έντονα για τη σπατάλη χρημάτων των φορολογουμένων στην υπεράσπιση αβάσιμων ισχυρισμών για σχεδόν δύο χρόνια – και δικαίως. Η τρέχουσα αγωγή από τον νυν πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αναμένεται να θέσει ξανά στο μικροσκόπιο την δημοσιογραφική ακεραιότητα και την οικονομική διαχείριση του βρετανικού κολοσσού των μέσων ενημέρωσης, σε μια εποχή που η εμπιστοσύνη στα παραδοσιακά μέσα βρίσκεται ήδη υπό αμφισβήτηση.