- Ο Γιάννης Κολοκυθάς αποκάλυψε πως ο Παναγιωτόπουλος και η Αναστασοπούλου τον έπεισαν να βγει στην κάμερα.
- Το καθημερινό του πρόγραμμα ξεκινά στις 3:30 το πρωί με το εγερτήριο.
- Χαρακτηρίζει το ραδιόφωνο ως την απόλυτη «ψυχοθεραπεία» για κάθε επαγγελματία.
- Αν εγκατέλειπε τη δημοσιογραφία, θα ήθελε να γίνει ξενοδόχος σε βουνό ή νησί.
Ο γνωστός δημοσιογράφος Γιάννης Κολοκυθάς προχώρησε σε μια αφοπλιστική εξομολόγηση για την επαγγελματική του πορεία και τις προκλήσεις της καθημερινότητας. Αποκάλυψε πως η μετάβασή του από την αρχισυνταξία στην παρουσίαση ήταν αποτέλεσμα έντονης παρότρυνσης από τον Παναγιωτόπουλο και τη Μαρία Αναστασοπούλου, ενώ περιέγραψε το εξοντωτικό πρόγραμμα που ξεκινά στις 3:30 το πρωί.
| Χαρακτηριστικό | Λεπτομέρειες |
|---|---|
| Εγερτήριο | 03:30 π.μ. |
| Προσέλευση στην εργασία | 05:00 π.μ. |
| Υποστηρικτές μετάβασης | Παναγιωτόπουλος, Αναστασοπούλου |
| Αγαπημένο μέσο | Ραδιόφωνο |
| Εναλλακτικό επάγγελμα | Ξενοδόχος |
Η πορεία ενός δημοσιογράφου από την «ασφάλεια» της αρχισυνταξίας στο απαιτητικό φως των προβολέων αποτελεί συχνά μια πρόκληση που απαιτεί ισχυρά κίνητρα και υποστήριξη. Στην περίπτωση του Γιάννη Κολοκυθά, αυτή η μετάβαση δεν ήταν μια αυθόρμητη απόφαση, αλλά το αποτέλεσμα μιας επίμονης παρότρυνσης από στενούς του συνεργάτες.
Δεν υπάρχει το ραδιόφωνο. Είναι το πιο ωραίο μέσο. Αυτή την ψυχοθεραπεία που κάνεις εκεί, δεν την κάνεις πουθενά αλλού.
Γιάννης Κολοκυθάς, Δημοσιογράφος
Το παρασκήνιο της απόφασης και οι «ηθικοί αυτουργοί»
Μιλώντας στην Άννα Ζηρδέλη και την εκπομπή «Ώρα για ψυχαγωγία», ο δημοσιογράφος εξήγησε πως η απόφαση να αφήσει το παρασκήνιο για την τηλεοπτική παρουσίαση δεν ήταν εύκολη. «Με έπεισε ο Παναγιωτόπουλος και η Μαρία Αναστασοπούλου. Μου έλεγαν ότι πρέπει να το κάνεις», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις, ο ίδιος δηλώνει σήμερα πως δεν έχει μετανιώσει για αυτή την αλλαγή πλεύσης. Η δοκιμασία μπροστά στο φακό αποδείχθηκε μια ευχάριστη εμπειρία, η οποία του επέτρεψε να εξελιχθεί επαγγελματικά, διατηρώντας πάντα την ουσία της ενημέρωσης.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις έμπειρων στελεχών του χώρου, τέτοιες μεταβάσεις συχνά ανανεώνουν το τηλεοπτικό προϊόν, καθώς φέρνουν στο προσκήνιο ανθρώπους με βαθιά γνώση του περιεχομένου και της δομής μιας εκπομπής.
Η σκληρή καθημερινότητα και το εγερτήριο στις 3:30
Η ζωή ενός πρωινού ενημερωτικού δημοσιογράφου συνοδεύεται από ένα εξοντωτικό ωράριο. Ο Γιάννης Κολοκυθάς περιέγραψε με λεπτομέρειες το πρόγραμμά του, το οποίο ξεκινά πριν την ανατολή του ηλίου, απαιτώντας πειθαρχία και αφοσίωση στο καθήκον.
«Τρεις και μισή ώρες ξυπνάμε, κατεβάζω τον Αλέκο βόλτα και μετά ξεκινάμε σιγά σιγά τη δουλειά μας», σημείωσε. Η παρουσία του στο γραφείο από τις πέντε το πρωί υπογραμμίζει την προσπάθεια που απαιτείται για να στηθεί μια ενημερωτική εκπομπή.
Στον περιορισμένο ελεύθερο χρόνο του, ο δημοσιογράφος επιλέγει τη μοναξιά και τον στοχασμό. Αυτή η ανάγκη για απομόνωση λειτουργεί ως αντίβαρο στην ένταση και την πολυκοσμία που επιβάλλει ο χώρος των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Το ραδιόφωνο ως «ψυχοθεραπεία» και το όνειρο του ξενοδόχου
Παρά την τηλεοπτική του επιτυχία, η μεγάλη του αγάπη παραμένει το ραδιόφωνο. Το χαρακτήρισε ως το πιο ωραίο μέσο, τονίζοντας πως η επικοινωνία εκεί λειτουργεί ως μια μορφή ψυχοθεραπείας που δεν συναντάται σε κανένα άλλο μέσο.
Ενδιαφέρον προκάλεσε η απάντησή του για το τι θα έκανε αν δεν ήταν δημοσιογράφος. «Θα ήθελα να ’μουν ξενοδόχος, σε ένα νησί ή σε ένα βουνό», δήλωσε, αποκαλύπτοντας μια πιο ήρεμη πλευρά του εαυτού του μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Κλείνοντας με χιούμορ, αναφέρθηκε στο θέμα των θαυμαστριών. Σε αντίθεση με τις τρομακτικές εμπειρίες που έχουν βιώσει άλλοι επώνυμοι από εμμονική θαυμάστρια, ο Κολοκυθάς δήλωσε πως η δική του πιο επίμονη θαυμάστρια είναι η μητέρα του.
Η επόμενη μέρα και η ισορροπία
Ο Γιάννης Κολοκυθάς φαίνεται να έχει βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην απαιτητική τηλεοπτική πραγματικότητα και τις προσωπικές του ανάγκες. Η παραδοχή του ότι απολαμβάνει τη νέα του θέση δείχνει έναν επαγγελματία που δεν φοβάται να πειραματιστεί και να εξελιχθεί.
Η πορεία του αποτελεί παράδειγμα για το πώς η εμπειρία πίσω από τις κάμερες μπορεί να μεταφραστεί σε μια στιβαρή και αυθεντική παρουσία μπροστά από αυτές, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη του τηλεοπτικού κοινού.