- Ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος χαρακτηρίζει ως λάθος την αποχώρησή του από τη Βουλή το 2003.
- Η απόφαση ελήφθη λόγω του τότε ασυμβίβαστου μεταξύ δικηγορίας και βουλευτικής ιδιότητας.
- Δηλώνει σταθερός υποστηρικτής της Νέας Δημοκρατίας, χαρακτηρίζοντάς την εθνική ανάγκη.
- Αναπολεί την 60χρονη πορεία του στη δικηγορία και την πολιτική του εκκίνηση στη Μεσσηνία.
Ο κορυφαίος ποινικολόγος Αλέξανδρος Λυκουρέζος, σε μια αναδρομή της εξηντάχρονης πορείας του, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη την απόφασή του να εγκαταλείψει την πολιτική το 2003. Μιλώντας για το ασυμβίβαστο της βουλευτικής ιδιότητας, ξεκαθαρίζει πως παραμένει σταθερά προσηλωμένος στις αρχές της Νέας Δημοκρατίας, θεωρώντας την ως την εθνικά αναγκαία επιλογή.
| Περίοδος / Έτος | Γεγονός / Ιδιότητα |
|---|---|
| 1966-2026 | 60 χρόνια ενεργής και διακεκριμένης δικηγορίας |
| 1974 | Υποψήφιος Μεσσηνίας με την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις |
| 2000 | Εκλογή ως Βουλευτής Α' Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία |
| 2003 | Αποχώρηση από το Κοινοβούλιο λόγω ασυμβίβαστου |
| 2026 | Δημόσια τοποθέτηση για τη στήριξη στη Νέα Δημοκρατία |
Η διαδρομή του Αλέξανδρου Λυκουρέζου αποτελεί έναν ζωντανό καθρέφτη της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, καθώς ο ίδιος γεννήθηκε και ανδρώθηκε σε ένα αμιγώς αστικό και πολιτικό περιβάλλον. Η οικογενειακή του παράδοση στη Μεσσηνία λειτούργησε ως ο πρώτος καταλύτης για την ενασχόλησή του με τα κοινά, συνδέοντας το όνομά του με τις πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης.
Ανήκα και ανήκω στη Νέα Δημοκρατία, γιατί πιστεύω ότι, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, αποτελεί την εθνικά αναγκαία επιλογή.
Αλέξανδρος Λυκουρέζος, Ποινικολόγος
Η πολιτική διαδρομή και το κοινοβουλευτικό ασυμβίβαστο
Σύμφωνα με όσα δήλωσε στην εφημερίδα Παραπολιτικά, η πολιτική του αφετηρία τοποθετείται στην Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις, ακολουθώντας τα βήματα του παππού και του πατέρα του. Ωστόσο, η κορυφαία πολιτική του στιγμή ήρθε το 2000, όταν εξελέγη βουλευτής στην Α’ Αθηνών με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, μια θητεία που έμελλε να διακοπεί απότομα.
Το 2003 αποτέλεσε έτος-σταθμό, καθώς η ψήφιση του ασυμβίβαστου μεταξύ της βουλευτικής ιδιότητας και της άσκησης επαγγέλματος τον έφερε μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα. Ο ίδιος επέλεξε τότε να επιστρέψει στη μάχιμη δικηγορία, μια απόφαση την οποία σήμερα, στα 91 του χρόνια, αναθεωρεί πλήρως.
«Πιστεύω ότι ήταν εσφαλμένη η απόφασή μου. Έπρεπε να παραμείνω στην πολιτική, όπως έκαναν τότε όλοι οι συνάδελφοί μου δικηγόροι βουλευτές», σημειώνει χαρακτηριστικά. Η παραδοχή αυτή έρχεται σε μια στιγμή που ο ίδιος προχωρά σε μια βαθιά συναισθηματική εξομολόγηση για τη ζωή και τις επιλογές του.
Η ιδεολογική ταυτότητα και η πίστη στη Νέα Δημοκρατία
Παρά την πρόωρη αποχώρησή του από τα έδρανα της Βουλής, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος παραμένει ιδεολογικά αμετακίνητος. Η σχέση του με τη γαλάζια παράταξη δεν υπήρξε ποτέ ευκαιριακή, αλλά εδράζεται σε μια βαθιά πεποίθηση για τον ρόλο του κόμματος στη σταθερότητα της χώρας.
«Ανήκα και ανήκω στη Νέα Δημοκρατία», δηλώνει με έμφαση, υπογραμμίζοντας ότι υπό τις σημερινές συνθήκες, η παράταξη αποτελεί τη μοναδική εθνικά αναγκαία επιλογή. Η τοποθέτηση αυτή αντανακλά το κλίμα που επικρατεί σε πολιτικούς και νομικούς κύκλους, οι οποίοι παρατηρούν τη σταθερή σύνδεση ιστορικών στελεχών με τον πυρήνα της κεντροδεξιάς.
Στους διαδρόμους των αρμόδιων υπηρεσιών και του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, η προσωπικότητα του Λυκουρέζου παραμένει σημείο αναφοράς. Η εξηντάχρονη πορεία του στις δικαστικές αίθουσες του προσδίδει το κύρος ενός ανθρώπου που γνωρίζει όσο λίγοι τις ισορροπίες μεταξύ δικαιοσύνης και εξουσίας.
Η επόμενη μέρα και η παρακαταθήκη
Κλείνοντας την αναδρομή του, ο γνωστός ποινικολόγος φαίνεται να συμφιλιώνεται με το παρελθόν, χωρίς όμως να κρύβει τη νοσταλγία για την πολιτική δράση. Η επιλογή του να ιεραρχήσει τη δικηγορία πάνω από το βουλευτικό αξίωμα το 2003, αν και σήμερα τη θεωρεί λάθος, του επέτρεψε να χτίσει μια αδιαμφισβήτητη νομική αυτοκρατορία.
Η στάση του αποτελεί ένα μάθημα για τη συνέπεια και την αυτοκριτική, στοιχεία που σπανίζουν στον δημόσιο βίο. Σε μια εποχή έντονων ανακατατάξεων, η φωνή του Αλέξανδρου Λυκουρέζου υπενθυμίζει τη σημασία της πολιτικής σταθερότητας και της προσήλωσης σε αξίες που αντέχουν στον χρόνο.