- Το αμερικανικό σχέδιο ειρήνης ευνοεί τη Ρωσία, πιθανή μόνη επιλογή για Κίεβο.
- Ουκρανία αντιμετωπίζει στρατιωτικό μειονέκτημα, οικονομική κρίση και σκάνδαλα διαφθοράς.
- Δυτικοί σύμμαχοι κατηγορούνται για έλλειψη σαφών πολεμικών στόχων και καθυστερήσεις στην βοήθεια.
- Μια δυσμενής συμφωνία μπορεί να οδηγήσει σε εσωτερικές αναταραχές και να ενθαρρύνει αυταρχικά καθεστώτα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προωθούν ένα διχαστικό «ειρηνευτικό σχέδιο» για την Ουκρανία, το οποίο, όπως αναφέρει το POLITICO, ευνοεί σε μεγάλο βαθμό τη Ρωσία και μπορεί να είναι η μόνη ρεαλιστική επιλογή για το Κίεβο. Η Ουκρανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια επιδεινούμενη στρατιωτική και οικονομική κατάσταση, καθώς και με ένα τεράστιο σκάνδαλο διαφθοράς, γεγονότα που υπονομεύουν τη διαπραγματευτική της θέση.
Αυτή η εξέλιξη έρχεται ως συνέχεια μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, με την Ουκρανία να μάχεται ουσιαστικά για την ανεξαρτησία της από τη Ρωσία από το 2014. Η τρέχουσα περίοδος χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες για το Κίεβο, καθώς οι πιθανότητες να ανατρέψει την κατάσταση φαίνονται ελάχιστες, παρά τον ηρωισμό των δυνάμεών της.
Ανάλυση του αμερικανικού σχεδίου και της κατάστασης
Το διχαστικό «ειρηνευτικό σχέδιο» των ΗΠΑ, το οποίο αρχικά περιελάμβανε 28 σημεία και πλέον έχει αναθεωρηθεί σε 19 σημεία, αποτελεί ένα κεντρικό ζήτημα στις τρέχουσες διπλωματικές προσπάθειες. Παρά τον χαοτικό διπλωματικό χειρισμό, συμπεριλαμβανομένων των δηλώσεων του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, και των αναφορών ότι διαμορφώθηκε βάσει ρωσικών προτάσεων τον Οκτώβριο, το σχέδιο αυτό ενδέχεται να είναι η καλύτερη ρεαλιστική προσδοκία της Ουκρανίας. Ωστόσο, το σχέδιο ευνοεί σε μεγάλο βαθμό τη Ρωσία, αφήνοντας την Ουκρανία με αδύναμες εγγυήσεις ασφαλείας, χωρίς το 20% του εδάφους της και με απαγόρευση ένταξης στο NATO.
Η κατάσταση στο πεδίο της μάχης είναι ιδιαίτερα πιεστική για τις ουκρανικές δυνάμεις, οι οποίες αντιμετωπίζουν αριθμητικό μειονέκτημα. Όπως υποστήριξε πρόσφατα η βουλευτής Μαριάνα Μπεζούλα, «οι Ουκρανοί διοικητές απλώς δεν μπορούν να ανταποκριθούν» και «κινούνται μέσα σε ένα πλαίσιο που έχει θέσει ο εχθρός». Την ίδια στιγμή, οι ρωσικές επιθέσεις με drones και αεροπορικές επιδρομές πλήττουν συστηματικά το ενεργειακό σύστημα της χώρας και καταστρέφουν τις υποδομές φυσικού αερίου, οι οποίες είναι κρίσιμες για τη θέρμανση του 60% των Ουκρανών κατά τους χειμερινούς μήνες.
Οι προκλήσεις της Ουκρανίας στο πεδίο και την οικονομία
Πέρα από τις στρατιωτικές δυσκολίες, η Ουκρανία αντιμετωπίζει οξεία οικονομική κρίση. Εκτιμάται ότι το Κίεβο θα χρειαστεί 250 δισεκατομμύρια δολάρια σε μετρητά και όπλα για να συνεχίσει τον αγώνα για άλλα τέσσερα χρόνια, ποσό που είναι δύσκολο να εξασφαλιστεί από μια Ευρώπη βυθισμένη στο χρέος. Επιπλέον, υπάρχει η πιθανότητα ενός δανείου αποζημιώσεων 140 δισεκατομμυρίων δολαρίων, εάν το Βέλγιο άρει το βέτο του στη χρήση των δεσμευμένων ρωσικών περιουσιακών στοιχείων στις Βρυξέλλες, ένα ζήτημα που έχει συζητηθεί και στο πλαίσιο των συνομιλιών για το αμερικανικό σχέδιο ειρήνης.
Ταυτόχρονα, ένα τεράστιο σκάνδαλο διαφθοράς συγκλονίζει την Ουκρανία, με φερόμενες εμπλοκές προσώπων του προεδρικού περιβάλλοντος. Αυτό το σκάνδαλο υπονομεύει την εμπιστοσύνη των συμμάχων και των ίδιων των Ουκρανών, ενώ παράλληλα παρέχει επιχειρήματα στην κυβέρνηση του νυν προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και στο κίνημα MAGA να υποστηρίξουν την αποδέσμευση της Ουάσιγκτον από την Ουκρανία. Ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει υπερασπιστεί τον απεσταλμένο του, Στιβ Γουίτκοφ, μετά από δημοσιεύματα που αποκάλυψαν ότι είχε συμβουλεύσει το Κρεμλίνο για το σχέδιο ειρήνης, χαρακτηρίζοντας τη δράση του «τυποποιημένη διαδικασία».
Οι εσωτερικές και διεθνείς συνέπειες
Η αδυναμία των δυτικών συμμάχων να συμφωνήσουν σε σαφείς πολεμικούς στόχους έχει επισημανθεί επανειλημμένα. Ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας, Ντμίτρο Κουλέμπα, δήλωσε πέρυσι στο POLITICO ότι «δεν μπορείς να κερδίσεις έναν πόλεμο όπου η Ρωσία γνωρίζει ξεκάθαρα τον στρατηγικό της στόχο, η Ουκρανία γνωρίζει τον στρατηγικό της στόχο, αλλά η Δύση, χωρίς την οποία η Ουκρανία δεν μπορεί να κερδίσει, δεν γνωρίζει για τι μάχεται». Αυτή η αμφιθυμία, σε συνδυασμό με την καθυστέρηση στην προμήθεια κρίσιμων όπλων και την απαγόρευση χρήσης δυτικών πυραύλων σε ρωσικό έδαφος, έχει αποδυναμώσει τη θέση του Κιέβου.
Για την Ουκρανία, μια τόσο δυσμενής συμφωνία, που την αφήνει χωρίς το 20% του εδάφους της, χωρίς ένταξη στο NATO και με αδύναμες εγγυήσεις ασφαλείας, θα έχει σοβαρές εσωτερικές συνέπειες. Είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε εμφύλιες αναταραχές, καθώς ο στρατός και οι βετεράνοι ενδέχεται να το εκλάβουν ως προδοσία. Η επικείμενη πτώση της Ποκρόφσκ, για παράδειγμα, αποδυναμώνει περαιτέρω τη θέση του Κιέβου στις διαπραγματεύσεις. Μια τέτοια συμφωνία θα σήμαινε επίσης επιβράβευση της ρωσικής επιθετικότητας και έλλειψη λογοδοσίας για τις θηριωδίες του ρωσικού στρατού και τις παράνομες απελάσεις από τα κατεχόμενα εδάφη.
Η επόμενη μέρα και οι αντιδράσεις
Οι νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι η έλλειψη σαφών διεθνών δεσμεύσεων και η απουσία πλήρους λογοδοσίας για τα εγκλήματα πολέμου αποτελούν σημαντικά κενά σε οποιοδήποτε ειρηνευτικό σχέδιο που ευνοεί τη Ρωσία. Η αγορά, από την πλευρά της, φαίνεται να προεξοφλεί μια μακρά περίοδο αστάθειας στην περιοχή, ανεξαρτήτως της υπογραφής μιας συμφωνίας, καθώς οι όροι της ενδέχεται να μην οδηγήσουν σε βιώσιμη ειρήνη αλλά σε μια παγωμένη σύγκρουση. Η διατήρηση του Ντονμπάς ως αγκάθι στις συνομιλίες, με τη Ρωσία να διεκδικεί ολόκληρη την περιοχή του Ντονέτσκ, υπογραμμίζει την πολυπλοκότητα της κατάστασης.
Ενώ η Αμερικανική Επανάσταση είχε διαρκείς παγκόσμιες συνέπειες, ο πόλεμος στην Ουκρανία, με τους όρους που διαμορφώνονται, αναμένεται επίσης να έχει βαθιές επιπτώσεις στην παγκόσμια γεωπολιτική ισορροπία. Η ενθάρρυνση του «άξονα των αυταρχικών καθεστώτων» και η αποδυνάμωση του διεθνούς δικαίου είναι μεταξύ των πιο ανησυχητικών σεναρίων που προκύπτουν από μια τέτοια εξέλιξη.