- Η κυβέρνηση Τραμπ πίεσε την Ουκρανία για ειρηνευτική συμφωνία.
- Ο Πρόεδρος Ζελένσκι βρέθηκε σε αδύναμη θέση λόγω σκανδάλου διαφθοράς.
- Δόθηκε προθεσμία έως 24 Νοεμβρίου για την υπογραφή της συμφωνίας.
- Η Ουκρανία κινδύνευε να χάσει την αμερικανική στρατιωτική στήριξη.
Η κυβέρνηση του νυν προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, άσκησε έντονες πιέσεις στην Ουκρανία για την αποδοχή μιας ειρηνευτικής συμφωνίας, εκμεταλλευόμενη την αδύναμη θέση του Προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Η πίεση αυτή εντάθηκε λόγω ενός ενοχλητικού σκανδάλου διαφθοράς που έπληξε την ουκρανική ηγεσία, θέτοντας σε κίνδυνο την αμερικανική στρατιωτική και πληροφοριακή στήριξη, όπως ανέφερε το POLITICO.
Αυτή η εξέλιξη έρχεται ως συνέχεια των πολυετών εντάσεων και της συνεχιζόμενης σύγκρουσης στην Ουκρανία, με την εσωτερική πολιτική αστάθεια και τα ζητήματα διαφθοράς να αποτελούν διαχρονικά εμπόδια για την ενίσχυση της χώρας. Η κυβέρνηση Τραμπ θεώρησε ότι η στιγμή ήταν κατάλληλη για να πιέσει το Κίεβο προς μια συμφωνία, καθώς η εσωτερική θέση του Ζελένσκι είχε κλονιστεί σοβαρά.
Οι πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ και η αδυναμία Ζελένσκι
Η κυβέρνηση του νυν προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εκτίμησε ότι η παρούσα συγκυρία προσέφερε την καλύτερη ευκαιρία για να πιέσει την Ουκρανία να αποδεχθεί μια ειρηνευτική συμφωνία. Ο Ουκρανός Πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι βρισκόταν σε ιδιαίτερα αδύναμη θέση στο εσωτερικό της χώρας του, αντιμετωπίζοντας ένα σημαντικό σκάνδαλο διαφθοράς που αποτελούσε την πιο άμεση απειλή για την ηγεσία του από την έναρξη της ρωσικής εισβολής το 2022. Το σκάνδαλο αυτό, το οποίο οδήγησε και στην αποπομπή στενών συνεργατών του, όπως ο Άντριι Γέρμακ, είχε κλονίσει την εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση.
Ένας ανώτερος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, ο οποίος μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας, δήλωσε χαρακτηριστικά ότι «οι Ουκρανοί θα πρέπει να αποδεχθούν [τη συμφωνία] δεδομένης της αδυναμίας της τρέχουσας θέσης του Ζελένσκι». Αυτή η δήλωση υπογράμμιζε την πεποίθηση της αμερικανικής πλευράς ότι η εσωτερική κρίση στην Ουκρανία παρείχε ένα μοναδικό παράθυρο ευκαιρίας για την επίτευξη μιας συμφωνίας που διαφορετικά θα ήταν δύσκολο να επιβληθεί. Η πίεση αυτή εντάθηκε, καθώς η η κυβέρνηση Τραμπ είχε εκφράσει επανειλημμένα την ανησυχία της για τη διαφθορά στην Ουκρανία.
Το τελεσίγραφο και οι δηλώσεις αξιωματούχων
Ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε δώσει στον Πρόεδρο Ζελένσκι προθεσμία έως τις 24 Νοεμβρίου να υπογράψει την προτεινόμενη συμφωνία, διαφορετικά θα κινδύνευε να χάσει την αμερικανική στήριξη σε επίπεδο πληροφοριών και στρατιωτικού εξοπλισμού. Αυτό το τελεσίγραφο ήρθε μετά από μια συνάντηση του Τραμπ με τον Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο στις 17 Οκτωβρίου 2025, στην οποία παρευρέθηκαν επίσης η προσωπάρχης του Λευκού Οίκου Σούζι Γουάιλς, ο Υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και ο Αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς. Η συγκεκριμένη ημερομηνία για την αποδοχή της συμφωνίας υπογράμμιζε την επείγουσα φύση των πιέσεων.
Οι επιπτώσεις στην αμερικανική στήριξη
Η απειλή για την απώλεια της αμερικανικής στρατιωτικής και πληροφοριακής στήριξης ήταν ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο στα χέρια της κυβέρνησης Τραμπ. Για την Ουκρανία, η οποία βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία, η συνέχιση αυτής της βοήθειας είναι ζωτικής σημασίας για την άμυνά της. Η αποδοχή μιας ειρηνευτικής συμφωνίας υπό αυτές τις συνθήκες θα μπορούσε να σημαίνει σημαντικές παραχωρήσεις από την πλευρά του Κιέβου, όπως είχε ήδη δηλώσει ο Ζελένσκι αποκλείοντας εδαφικές παραχωρήσεις. Η πίεση για ειρηνευτική συμφωνία ερχόταν σε μια περίοδο που οι σύμμαχοι της Ουκρανίας εξέφραζαν ανησυχία για το σχέδιο Τραμπ.
Η επόμενη μέρα και οι αντιδράσεις
Η λήξη της προθεσμίας στις 24 Νοεμβρίου 2025, χωρίς να έχει ανακοινωθεί η υπογραφή της συμφωνίας, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο για τις επόμενες κινήσεις της κυβέρνησης Τραμπ και τις πιθανές συνέπειες για την Ουκρανία. Η κρίση διαφθοράς στην ουκρανική ηγεσία, η οποία οδήγησε σε αποπομπές και έρευνες, όπως αυτές που αφορούσαν τον Άντριι Γέρμακ, είχε προκαλέσει πολιτικό σεισμό και διεθνείς αντιδράσεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, εν τω μεταξύ, είχε συμφωνήσει με την Ουκρανία σε ένα σχέδιο 10 σημείων για την καταπολέμηση της διαφθοράς, υπογραμμίζοντας τη σοβαρότητα του ζητήματος για την ευρωπαϊκή της πορεία.