- Οι ΗΠΑ ανέστειλαν τεχνολογική συμφωνία με τη Βρετανία.
- Η κυβέρνηση Τραμπ πιέζει για εμπορικές παραχωρήσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο.
- Η συμφωνία κάλυπτε τεχνητή νοημοσύνη, κβαντική υπολογιστική και πολιτική πυρηνική ενέργεια.
- Οι ΗΠΑ εξέφρασαν δυσαρέσκεια για τα βρετανικά μη δασμολογικά εμπόδια.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ανέστειλαν μια τεχνολογική συμφωνία που είχαν συνάψει με τη Βρετανία νωρίτερα φέτος, η οποία αποσκοπούσε στην ενίσχυση των δεσμών σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κβαντική υπολογιστική και η πολιτική πυρηνική ενέργεια. Η κίνηση αυτή, που επιβεβαιώθηκε από Βρετανούς αξιωματούχους την περασμένη εβδομάδα, έρχεται καθώς η κυβέρνηση του νυν προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, πιέζει για εμπορικές παραχωρήσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με δημοσίευμα των Reuters.
Αυτή η εξέλιξη έρχεται ως συνέχεια των εντατικών συζητήσεων μεταξύ των δύο χωρών σχετικά με τις εμπορικές σχέσεις και υπογραμμίζει την αυξανόμενη τάση των ΗΠΑ να συνδέουν τη συνεργασία σε στρατηγικούς τομείς με ευρύτερες οικονομικές παραχωρήσεις. Η αναστολή της συμφωνίας, η οποία είχε αρχικά σχεδιαστεί για να ενισχύσει τους δεσμούς σε κρίσιμες τεχνολογίες του μέλλοντος, αναδεικνύει την πολυπλοκότητα των διεθνών σχέσεων και την επιρροή των εμπορικών διαπραγματεύσεων.
Το παρασκήνιο της αναστολής
Η συμφωνία, γνωστή ως «Tech Prosperity Deal», είχε επιτευχθεί τον Σεπτέμβριο του 2025, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του νυν προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στη Βρετανία. Στόχος της ήταν η ενίσχυση της συνεργασίας σε τομείς αιχμής όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κβαντική υπολογιστική και η πολιτική πυρηνική ενέργεια. Ωστόσο, σύμφωνα με δημοσίευμα των Reuters, η κυβέρνηση Τραμπ πίεζε για σημαντικές παραχωρήσεις από τη Βρετανία σε εμπορικούς τομείς που βρίσκονται εκτός αυτής της τεχνολογικής συνεργασίας.
Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρεται να εκφράζουν αυξανόμενη δυσαρέσκεια για την απροθυμία της Βρετανίας να αντιμετωπίσει τα λεγόμενα μη δασμολογικά εμπόδια. Αυτά περιλαμβάνουν κανόνες και κανονισμούς που διέπουν τα τρόφιμα και τα βιομηχανικά προϊόντα, δημιουργώντας τριβές στις εμπορικές σχέσεις. Η Βρετανία είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ, με τις μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες να έχουν ήδη επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια στις δραστηριότητές τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Οι επιπτώσεις και οι αντιδράσεις
Αυτό που ανησυχεί τους αναλυτές είναι η πιθανή διάβρωση της εμπιστοσύνης και της σταθερότητας στις διμερείς σχέσεις, ειδικά σε μια περίοδο που η παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή είναι εξαιρετικά ρευστή. Η αναστολή μιας τόσο σημαντικής συμφωνίας μπορεί να στείλει ένα αρνητικό μήνυμα σε άλλους συμμάχους των ΗΠΑ, υποδηλώνοντας ότι η τεχνολογική συνεργασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης για την επίτευξη εμπορικών στόχων. Η απουσία άμεσης απάντησης από τον Λευκό Οίκο και τη βρετανική κυβέρνηση στις αιτήσεις για σχολιασμό από το Reuters, υπογραμμίζει την ευαίσθητη φύση του θέματος.
Τι αναμένεται στη συνέχεια
Η αναστολή αυτή δημιουργεί ένα κλίμα αβεβαιότητας για το μέλλον της τεχνολογικής συνεργασίας μεταξύ των δύο χωρών. Αναμένεται να ενταθούν οι διαπραγματεύσεις για την επίλυση των διαφορών σχετικά με τα μη δασμολογικά εμπόδια. Η έκβαση αυτών των συζητήσεων θα καθορίσει όχι μόνο την επανενεργοποίηση της συμφωνίας αλλά και το ευρύτερο πλαίσιο των εμπορικών σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Βρετανίας. Η Βρετανία, έχοντας ήδη ανακοινώσει σημαντικές επενδύσεις στην τεχνολογία, όπως η ενίσχυση των κβαντικών startups, θα πρέπει να διαχειριστεί προσεκτικά αυτές τις πιέσεις για να διαφυλάξει τα εθνικά της συμφέροντα.