- Ο Πούτιν επισκέφθηκε την Ινδία για ενίσχυση ενεργειακών και αμυντικών εξαγωγών.
- Οι ΗΠΑ πιέζουν την Ινδία με κυρώσεις λόγω των ρωσικών αγορών.
- Συζητήθηκαν πωλήσεις ρωσικού πετρελαίου, S-400 και μαχητικών Su-57.
- Η Ινδία παραμένει βασικός αγοραστής ρωσικών όπλων.
- Οι δύο χώρες επιδιώκουν συμφωνία ελεύθερου εμπορίου και συνεργασία στην πυρηνική ενέργεια.
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν πραγματοποίησε διήμερη επίσκεψη στην Ινδία, ξεκινώντας την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου, με στόχο την ενίσχυση των πωλήσεων ρωσικού πετρελαίου, πυραυλικών συστημάτων και μαχητικών αεροσκαφών. Η κίνηση αυτή αποσκοπεί στην αποκατάσταση των ενεργειακών και αμυντικών δεσμών, οι οποίοι έχουν πληγεί από την πίεση των ΗΠΑ προς το Νέο Δελχί. Η επίσκεψη πραγματοποιήθηκε εν μέσω εντατικοποίησης των αμερικανικών κυρώσεων και της αυξανόμενης στροφής της Ινδίας προς αμερικανικές πηγές ενέργειας.
Αυτή η επίσκεψη έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για τις σχέσεις Ρωσίας-Ινδίας, καθώς οι δεκαετίες συνεργασίας σε τομείς όπως η άμυνα και η ενέργεια βρίσκονται υπό το φως των εντεινόμενων δυτικών κυρώσεων κατά της Μόσχας μετά την εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022. Η Ινδία, παραδοσιακά ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ρωσικών όπλων και πετρελαίου, βρίσκεται πλέον σε μια λεπτή διπλωματική ισορροπία, προσπαθώντας να διατηρήσει τις σχέσεις της με τη Ρωσία, ενώ παράλληλα ενισχύει τους δεσμούς της με τις ΗΠΑ.
Οι στόχοι της επίσκεψης Πούτιν στην Ινδία
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν πραγματοποίησε διήμερη επίσκεψη στην Ινδία, ξεκινώντας την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου, με βασικό στόχο την ενίσχυση των εξαγωγών ρωσικού πετρελαίου, πυραυλικών συστημάτων και μαχητικών αεροσκαφών, όπως μετέδωσε το Reuters. Η επίσκεψη, η πρώτη του Πούτιν στην ινδική πρωτεύουσα εδώ και τέσσερα χρόνια για σύνοδο κορυφής με τον πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι, συνοδεύτηκε από τον υπουργό Άμυνας, Αντρέι Μπελούσοφ, και μια ευρεία επιχειρηματική αντιπροσωπεία. Η ρωσική πλευρά επιδιώκει την αποκατάσταση των ενεργειακών και αμυντικών δεσμών, οι οποίοι έχουν πληγεί σημαντικά από την πίεση των ΗΠΑ προς την Ινδία. Η Ινδία, από την πλευρά της, επιδιώκει την αποκατάσταση του μεριδίου 20% της ONGC Videsh Ltd στο έργο Sakhalin-1 στην Άπω Ανατολή της Ρωσίας, σύμφωνα με κυβερνητική πηγή.
Στο πλαίσιο των συνομιλιών, η Μόσχα αναμένεται να ζητήσει τη βοήθεια της Ινδίας για ανταλλακτικά και τεχνικό εξοπλισμό για τα πετρελαϊκά της περιουσιακά στοιχεία, καθώς οι κυρώσεις έχουν περιορίσει την πρόσβαση σε βασικούς προμηθευτές. Η ινδική κυβέρνηση και οι εταιρείες όπλων έχουν ήδη δείξει ενδιαφέρον για τη διατήρηση των δεσμών, με ινδικές εταιρείες όπλων να έχουν συναντηθεί στη Ρωσία νωρίτερα φέτος για κοινές επιχειρήσεις. Η επίσκεψη του Πούτιν στο Νέο Δελχί θεωρείται μια ευκαιρία για την Ινδία να ενισχύσει το εμπόριο και να επαναβεβαιώσει τη δύναμη της ειδικής σχέσης της με τη Μόσχα, παρά τις πρόσφατες εξελίξεις.
Οι επιπτώσεις των κυρώσεων και η στάση των ΗΠΑ
Οι σχέσεις μεταξύ Ινδίας και Ρωσίας έχουν δοκιμαστεί από τις δυτικές κυρώσεις, οι οποίες εντάθηκαν μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η Ινδία, παρά το γεγονός ότι παραμένει ο κορυφαίος αγοραστής ρωσικού πετρελαίου, είδε τις εισαγωγές αργού πετρελαίου να φτάνουν σε χαμηλό τριετίας τον Δεκέμβριο, λόγω της αυστηροποίησης των κυρώσεων και της στροφής της προς αμερικανικές πηγές ενέργειας. Ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε ήδη διπλασιάσει τους δασμούς στο 50% τον Αύγουστο σε ινδικά προϊόντα, ως τιμωρία για τις αγορές ρωσικού αργού από το Νέο Δελχί. Αυτή η πίεση δημιουργεί ανησυχίες στους Ινδούς αξιωματούχους για τυχόν νέες αντιδράσεις από την Ουάσιγκτον.
Αυτό που ανησυχεί τους αναλυτές είναι η συνεχιζόμενη ένταση στις εμπορικές σχέσεις, καθώς, όπως επισημαίνει ο Harsh Pant, επικεφαλής των σπουδών εξωτερικής πολιτικής στο Observer Research Foundation της Ινδίας, «ένα μεγάλο μέρος της εμπορικής σχέσης βασιζόταν στην ενέργεια, η οποία τώρα χάνει έδαφος υπό την απειλή των κυρώσεων από τις Ηνωμένες Πολιτείες». Ο Michael Kugelman του Atlantic Council προσθέτει ότι «η επίσκεψη του Πούτιν προσφέρει μια ευκαιρία στο Δελχί να επαναβεβαιώσει τη δύναμη της ειδικής σχέσης του με τη Μόσχα, παρά τις πρόσφατες εξελίξεις, και να σημειώσει πρόοδο σε νέες συμφωνίες όπλων», υπογραμμίζοντας τη σημασία της διατήρησης αυτών των δεσμών.
Ενεργειακή και αμυντική συνεργασία: Οι επόμενες κινήσεις
Παρά τις πιέσεις, η Ινδία δεν σχεδιάζει να παγώσει τους αμυντικούς δεσμούς με τη Μόσχα, καθώς απαιτείται συνεχής υποστήριξη για τα πολλά ρωσικά συστήματα που λειτουργεί, όπως δήλωσε ο υπουργός Άμυνας, Rajesh Kumar Singh, την προηγούμενη εβδομάδα. Τα ρωσικά μαχητικά Sukhoi-30 αποτελούν την πλειονότητα των 29 μοιρών μαχητικών της Ινδίας, ενώ η Μόσχα έχει προσφέρει και το πιο προηγμένο μαχητικό της, το Su-57, το οποίο αναμένεται να συζητηθεί στις συνομιλίες. Η Ινδία δεν έχει ακόμη λάβει απόφαση για την αγορά του Su-57, αλλά είναι πιθανό να συζητήσει την αγορά περισσότερων μονάδων του αντιαεροπορικού συστήματος S-400, από το οποίο διαθέτει ήδη τρεις μονάδες, με την παράδοση δύο ακόμη να εκκρεμεί από συμφωνία του 2018.
Στον ενεργειακό τομέα, η Indian Oil Corp (IOC.NS) έχει ήδη υποβάλει παραγγελίες από μη κυρωμένες ρωσικές οντότητες για φόρτωση τον Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο, ενώ η Bharat Petroleum Corp (BPCL.NS) βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο παραγγελίας. Παράλληλα, οι δύο χώρες διεξάγουν συνομιλίες για την επέκταση της συνεργασίας τους στην πολιτική πυρηνική ενέργεια και συμφώνησαν τον Αύγουστο να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για μια συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Ινδίας και της υπό ρωσική ηγεσία Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης.
Η επόμενη μέρα στις σχέσεις Ινδίας-Ρωσίας
Η επίσκεψη του Ρώσου προέδρου υπογραμμίζει την προσπάθεια της Μόσχας να διατηρήσει και να ενισχύσει τους παραδοσιακούς της δεσμούς με το Νέο Δελχί, παρά τις γεωπολιτικές πιέσεις και τις κυρώσεις. Ενώ οι ενεργειακές συναλλαγές έχουν πληγεί, η αμυντική συνεργασία παραμένει ο κύριος συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο χωρών. Η Ινδία, από την πλευρά της, προσπαθεί να διαχειριστεί την εξωτερική της πολιτική με τρόπο που να εξυπηρετεί τα εθνικά της συμφέροντα, διατηρώντας ισορροπίες μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων. Η έκβαση των συνομιλιών και οι τυχόν νέες συμφωνίες θα καθορίσουν το μέλλον αυτής της προνομιακής στρατηγικής εταιρικής σχέσης.