- Οι προεδρικές εκλογές στην Ονδούρα διεξήχθησαν στις 30 Νοεμβρίου εν μέσω έντονων κατηγοριών για απάτη και οριακής ισοπαλίας.
- Οι ΗΠΑ και ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών παρακολουθούν στενά τη διαδικασία, εκφράζοντας ανησυχίες για την ακεραιότητά της.
- Διπλωματικές προεκτάσεις προκύπτουν από την πιθανή αποκατάσταση σχέσεων με την Ταϊβάν από τους υποψηφίους, παρά την αντίθεση της Κίνας.
- Η χώρα αντιμετωπίζει χρόνια προβλήματα διαφθοράς, διακίνησης ναρκωτικών και φτώχειας, τα οποία δεν αντιμετωπίστηκαν με συγκεκριμένα σχέδια από τους υποψηφίους.
Οι πολίτες της Ονδούρας προσήλθαν στις κάλπες την Κυριακή 30 Νοεμβρίου για τις προεδρικές εκλογές, σε μια αναμέτρηση που επισκιάζεται από έντονες κατηγορίες για εκλογική απάτη και διεθνή ανησυχία. Η ψηφοφορία χαρακτηρίζεται από οριακή ισοπαλία μεταξύ των τριών βασικών υποψηφίων, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών παρακολουθούν στενά τη διαδικασία εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων.
Η Ονδούρα, μία από τις φτωχότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής, έχει μακρά ιστορία πολιτικής αστάθειας, διαφθοράς και εκλογικών αμφισβητήσεων. Η τρέχουσα αναμέτρηση για την προεδρία έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη φορτισμένο κλίμα, με τις μνήμες του πραξικοπήματος του 2009 που ανέτρεψε τον τότε πρόεδρο Μανουέλ Ζελάγια και της φυλάκισης του πρώην προέδρου Χουάν Ορλάντο Ερνάντες να είναι ακόμα νωπές, υπογραμμίζοντας την ευθραυστότητα του δημοκρατικού της οικοδομήματος.
Οι αμφίρροπες εκλογές και οι κατηγορίες για απάτη
Οι προεδρικές εκλογές της 30ης Νοεμβρίου στην Ονδούρα χαρακτηρίστηκαν από μια οριακή μάχη μεταξύ των τριών κορυφαίων υποψηφίων: της πρώην υπουργού Άμυνας Ρίξι Μονκάδα του κυβερνώντος αριστερού κόμματος LIBRE, του πρώην δημάρχου της Τεγουσιγκάλπα Νάσρι Άσφουρα του συντηρητικού Εθνικού Κόμματος και του τηλεπαρουσιαστή Σαλβαδόρ Νασράλα του κεντρώου Φιλελεύθερου Κόμματος. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν μια εικονική ισοπαλία, προκαλώντας φόβους ότι περισσότεροι από ένας υποψήφιοι θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τη νίκη, οδηγώντας σε αναταραχές.
Οι υποψήφιοι αντάλλαξαν βαριές κατηγορίες, με τη Μονκάδα να αναφέρεται στους Νασράλα και Άσφουρα ως «μαριονέτες της ολιγαρχίας», ενώ εκείνοι την χαρακτήρισαν «κομμουνίστρια» και επέκριναν τους στενούς της δεσμούς με την Κούβα και τη Βενεζουέλα. Ο πολιτικός αναλυτής Χένρι Σαλίνας, με έδρα την Τεγουσιγκάλπα, εξέφρασε την ανησυχία του ότι η κατάσταση «θα μπορούσε να προκαλέσει αναταραχές στους δρόμους», καθώς οι θεσμοί που θα έπρεπε να καλούν σε βεβαιότητα, λογική και σύνεση «δεν βοηθούν σε αυτό».
Οι βασικοί υποψήφιοι έχουν προσφέρει ελάχιστα συγκεκριμένα σχέδια για την επίλυση των κύριων προβλημάτων που μαστίζουν τη χώρα, όπως η διακίνηση ναρκωτικών, η διαφθορά και η φτώχεια, η οποία πλήττει έξι στους δέκα πολίτες της Ονδούρας. Εν μέσω αυτής της έντασης, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Ονδούρας, το οποίο ευθυγραμμίζεται με το κυβερνών κόμμα LIBRE, κατηγόρησε τα κόμματα της αντιπολίτευσης ότι σχεδιάζουν να διαπράξουν εκλογική απάτη, ισχυρισμό που αυτά αρνούνται, αντιτείνοντας ότι το LIBRE προσπαθεί να χειραγωγήσει τη λαϊκή βούληση.
Περαιτέρω, οι εισαγγελείς ξεκίνησαν έρευνα για ηχητικές καταγραφές που φέρεται να δείχνουν έναν υψηλόβαθμο πολιτικό του Εθνικού Κόμματος να συζητά σχέδια με έναν αγνώστου ταυτότητας στρατιωτικό αξιωματικό για να επηρεάσει τις εκλογές. Οι φερόμενες καταγραφές, τις οποίες το Εθνικό Κόμμα υποστηρίζει ότι δημιουργήθηκαν με τεχνητή νοημοσύνη, έχουν γίνει κεντρικό σημείο της εκστρατείας της Μονκάδα. «Αν προσπαθήσουν να μας αγγίξουν ή να διαπράξουν απάτη, θα μας δουν να εκρήγνυται σαν το μεγαλύτερο ηφαίστειο στην ιστορία», δήλωσε η αριστερή υποψήφια κατά τη διάρκεια προεκλογικής εκδήλωσης στα μέσα Νοεμβρίου.
Διεθνής ανησυχία και διπλωματικές προεκτάσεις
Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, με τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών (OAS) και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ των ΗΠΑ να έχουν εκφράσει ανησυχίες για την εκλογική διαδικασία. Ο OAS δήλωσε στις 11 Νοεμβρίου ότι είναι ευθύνη των αρχών της Ονδούρας να εγγυηθούν την αυτονομία και την ανεξαρτησία των εκλογικών αξιωματούχων. Μία ημέρα αργότερα, ο υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κρίστοφερ Λάνταου, προειδοποίησε ότι οι ΗΠΑ «παρακολουθούν στενά την κατάσταση» και κάλεσε τις αρχές να «τηρήσουν σχολαστικά και πιστά τους νόμους και το Σύνταγμα της Ονδούρας». Ο Λάνταου τόνισε ότι οι ΗΠΑ θα «ανταποκριθούν γρήγορα και αποφασιστικά σε οποιονδήποτε υπονομεύσει την ακεραιότητα της δημοκρατικής διαδικασίας».
Οι δηλώσεις για την Ονδούρα έρχονται εν μέσω εβδομάδων αστάθειας στην κεντροαμερικανική χώρα. Η κυβέρνηση του νυν προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει εκφράσει ρητά την επιθυμία της να ασκήσει μεγαλύτερη επιρροή στο Δυτικό Ημισφαίριο. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε εκφράσει την υποστήριξή του στον Νάσρι Άσφουρα, ενώ αμφισβήτησε την καταμέτρηση των ψήφων μετά τις εκλογές. Ταυτόχρονα, η κρίση βαθαίνει με το αίτημα των Ενόπλων Δυνάμεων προς το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο της Ονδούρας να τους παραχωρήσει αντίγραφα των φύλλων καταμέτρησης την ημέρα των εκλογών, κάτι που παραβιάζει την εθνική νομοθεσία.
Ένα άλλο κρίσιμο διπλωματικό ζήτημα είναι η στάση της χώρας έναντι της Ταϊβάν. Τόσο ο Άσφουρα όσο και ο Νασράλα έχουν δηλώσει ότι θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν τις διπλωματικές σχέσεις με την Ταϊβάν, τις οποίες η κυβέρνηση διέκοψε τον Μάρτιο του 2023. Αυτή η κίνηση θα αντιπροσώπευε τη μεγαλύτερη διπλωματική οπισθοδρόμηση για την Κίνα στην περιοχή εδώ και δεκαετίες. Εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στην Ονδούρα δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η Ταϊβάν είναι «αναπόσπαστο μέρος» της κινεζικής επικράτειας και κάλεσε τους πολιτικούς της Ονδούρας να ενεργήσουν «με σύνεση» και «να μην παραβιάσουν την κυριαρχία της Κίνας με κανέναν τρόπο». Η Ταϊβάν επιδιώκει την αποκατάσταση των σχέσεων με την Ονδούρα, παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις.
Το πολιτικό παρασκήνιο και οι αντιδράσεις
Η Ονδούρα, με πληθυσμό 11 εκατομμυρίων ανθρώπων, έχει μια μακρά ιστορία διαφθοράς και εκλογικών διαφορών. Το 2009, ο τότε πρόεδρος Μανουέλ Ζελάγια ανατράπηκε με στρατιωτικό πραξικόπημα. Ο Ζελάγια είναι ο σύζυγος της σημερινής προέδρου της Ονδούρας, Σιομάρα Κάστρο, η άνοδος της οποίας στην εξουσία το 2022 σηματοδότησε το τέλος περισσότερων από εκατό ετών κυριαρχίας δύο κομμάτων στην Ονδούρα. Ο πρώην πρόεδρος Χουάν Ορλάντο Ερνάντες του Εθνικού Κόμματος, ο οποίος υπηρέτησε δύο συνεχόμενες θητείες από το 2014 έως το 2022, είναι επί του παρόντος φυλακισμένος στις ΗΠΑ για καταδίκη σε διακίνηση ναρκωτικών.
Οι εντάσεις στην Ονδούρα έχουν αυξηθεί τις τελευταίες εβδομάδες, συνοδευόμενες από αυξανόμενο διεθνή έλεγχο των εκλογών. Οι πολίτες της Ονδούρας προσήλθαν στις κάλπες όχι μόνο για τον πρόεδρο, αλλά και για την εκλογή όλων των 128 μελών του Κογκρέσου και χιλιάδων τοπικών αξιωματούχων, γεγονός που προσθέτει στην πολυπλοκότητα της διαδικασίας. Το εκλογικό χάος, οι καθυστερήσεις και οι κατηγορίες για απάτη έχουν παραλύσει τη χώρα, με την αβεβαιότητα να παραμένει υψηλή.
Η επόμενη μέρα στην Ονδούρα
Όποιος υποψήφιος κερδίσει την απλή πλειοψηφία θα κυβερνήσει τη χώρα μεταξύ 2026 και 2030. Ωστόσο, με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν τους υποψηφίους να βρίσκονται «στήθος με στήθος», οι πολιτικοί αναλυτές φοβούνται ότι περισσότεροι από ένας θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τη νίκη, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε περαιτέρω αναταραχές. Η απουσία σαφούς αποτελέσματος και οι αμοιβαίες κατηγορίες για απάτη δημιουργούν ένα κλίμα αβεβαιότητας για το μέλλον της χώρας. Η Ονδούρα αναμένεται να ξεκινήσει ειδική επανακαταμέτρηση ψήφων για να επιλύσει τις παρατυπίες, σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στη διαδικασία.