- Οι εμπορικές διαπραγματεύσεις Νότιας Αφρικής-ΗΠΑ αναμένεται να συνεχιστούν παρά τις διαφωνίες στη G20.
- Η Νότια Αφρική προώθησε Διακήρυξη Ηγετών στη G20, παρά το μποϊκοτάζ των ΗΠΑ.
- Ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επέβαλε δασμό 30% στις εισαγωγές από τη Νότια Αφρική.
- Οι δασμοί απειλούν με απώλεια δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας στην Νότια Αφρική.
Ο υπουργός Εμπορίου της Νότιας Αφρικής, Παρκς Τάου, δήλωσε την Κυριακή 23 Νοεμβρίου ότι αναμένει τη συνέχιση των εμπορικών διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τις έντονες διαφωνίες που αναδείχθηκαν κατά τη σύνοδο κορυφής της G20 στο Γιοχάνεσμπουργκ. Η χώρα φιλοξένησε τη σύνοδο και προώθησε μια Διακήρυξη των Ηγετών, παρά το μποϊκοτάζ των ΗΠΑ.
Αυτή η εξέλιξη έρχεται ως συνέχεια μιας περιόδου αυξημένης έντασης στις σχέσεις μεταξύ Νότιας Αφρικής και Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες έχουν σημαδευτεί από διπλωματικές διαφωνίες και εμπορικές κυρώσεις. Το παρασκήνιο της υπόθεσης περιλαμβάνει όχι μόνο τις διαφωνίες στην πρόσφατη σύνοδο της G20, αλλά και προηγούμενες κατηγορίες του νυν προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, που έχουν περιπλέξει τις προσπάθειες για μια σταθερή εμπορική συμφωνία.
Οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονται παρά τις διαφορές
Ο υπουργός Εμπορίου της Νότιας Αφρικής, Παρκς Τάου, δήλωσε την Κυριακή 23 Νοεμβρίου ότι αναμένει τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ για μια εμπορική συμφωνία, παρά τις διαφορές που προέκυψαν κατά τη σύνοδο κορυφής της G20 στο Γιοχάνεσμπουργκ. Όπως μεταδίδει το Reuters, ο Τάου τόνισε ότι τα ζητήματα έχουν διαχωριστεί, θεωρώντας τη G20 μια ξεχωριστή διαδικασία. «Έχουμε διαχωρίσει αυτά τα ζητήματα και είπαμε ότι η G20 είναι μια ξεχωριστή διαδικασία, … αναμένουμε ότι οι εμπορικές συζητήσεις θα συνεχιστούν», δήλωσε ο Τάου στους δημοσιογράφους στο περιθώριο της συνόδου.
Οι εντάσεις στη σύνοδο της G20
Η Νότια Αφρική, ως διοργανώτρια χώρα, κατάφερε να προωθήσει μια Διακήρυξη των Ηγετών της G20 στη σύνοδο, παρά τις αντιρρήσεις και το μποϊκοτάζ των Ηνωμένων Πολιτειών. Η αμερικανική πλευρά είχε εκφράσει τη διαφωνία της με την ατζέντα της συνόδου, η οποία περιλάμβανε την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και την ενίσχυση των αναπτυσσόμενων εθνών, αλλά και λόγω των κατηγοριών του νυν προέδρου των ΗΠΑ. Η κίνηση της Νότιας Αφρικής να προχωρήσει στη διακήρυξη θεωρήθηκε ως μια σπάνια νίκη για την πολυμερή διπλωματία, παρά την απουσία του ισχυρότερου μέλους της ομάδας, όπως αναφέρουν σχετικά δημοσιεύματα για την πολυμερή συνεργασία και το μποϊκοτάζ των ΗΠΑ.
Οι κατηγορίες του νυν προέδρου των ΗΠΑ και οι δασμοί
Οι προσπάθειες της Νότιας Αφρικής για την εξασφάλιση μιας εμπορικής συμφωνίας με τις ΗΠΑ έχουν περιπλακεί από διάφορα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων των αβάσιμων κατηγοριών του νυν προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, περί δήθεν διώξεων κατά της λευκής μειονότητας της Νότιας Αφρικής. Αυτές οι κατηγορίες έχουν επιβαρύνει τις διμερείς σχέσεις, με τον πρόεδρο της Νότιας Αφρικής, Σίριλ Ραμαφόζα, να έχει απορρίψει τις απειλές του Τραμπ. Επιπλέον, ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ επέβαλε τον Αύγουστο δασμό 30% στις εισαγωγές από τη Νότια Αφρική, μια κίνηση που θα μπορούσε να προκαλέσει την απώλεια δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας σε μια περίοδο όπου η μεγαλύτερη οικονομία της Αφρικής αναπτύσσεται οριακά. Οι ΗΠΑ έχουν επίσης δείξει διάθεση για διαφορετική μεταχείριση της Νότιας Αφρικής στο εμπόριο.
Αυτό που ανησυχεί τους αναλυτές είναι η πιθανή επίπτωση των αμερικανικών δασμών στην ήδη εύθραυστη οικονομία της Νότιας Αφρικής. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για απώλεια δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, σε μια περίοδο όπου η μεγαλύτερη οικονομία της Αφρικής παλεύει με την οριακή ανάπτυξη, δημιουργώντας ένα κλίμα αβεβαιότητας για το μέλλον των διμερών εμπορικών σχέσεων.
Η επόμενη μέρα στις εμπορικές σχέσεις
Παρά τις τρέχουσες εντάσεις και τις προκλήσεις, η δήλωση του υπουργού Εμπορίου Τάου υπογραμμίζει την πρόθεση της Νότιας Αφρικής να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας για το εμπόριο με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις, όπως ο αποκλεισμός της Νότιας Αφρικής από την προσεχή σύνοδο της G20 το 2026, δείχνουν ότι η πορεία προς μια ομαλοποίηση των σχέσεων παραμένει περίπλοκη και αβέβαιη. Η ικανότητα των δύο χωρών να διαχωρίσουν τα γεωπολιτικά ζητήματα από τις εμπορικές σχέσεις θα καθορίσει την πορεία της οικονομικής τους συνεργασίας στο άμεσο μέλλον.