- Φτωχές χώρες μπορεί να κλείσουν σύνορα σε πρόσφυγες λόγω περικοπών βοήθειας από τη Δύση.
- Δυτικά κράτη μειώνουν χρηματοδότηση εν μέσω αντιμεταναστευτικού κλίματος και μετατόπισης πόρων στην άμυνα.
- Η Ουγκάντα έχει ήδη αρχίσει να περιορίζει τους αριθμούς προσφύγων, ενώ το Τσαντ αντιμετωπίζει ελλείψεις βοήθειας.
- Το Δανικό Συμβούλιο Προσφύγων έχει μειώσει τη βοήθεια και έχει καταργήσει θέσεις εργασίας λόγω των περικοπών, κυρίως από τις ΗΠΑ.
Η επικεφαλής του Δανικού Συμβουλίου Προσφύγων, Charlotte Slente, προειδοποίησε την Τρίτη από τη Γενεύη ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες που φιλοξενούν την πλειονότητα των προσφύγων παγκοσμίως ενδέχεται να κλείσουν τα σύνορά τους. Αυτό θα συμβεί εάν τα δυτικά κράτη επιμείνουν στις περικοπές βοήθειας, μια κίνηση που έρχεται εν μέσω αυστηροποίησης των κανόνων ασύλου και αντιμεταναστευτικού κλίματος. Η κατάσταση αυτή απειλεί να δημιουργήσει ένα νέο κύμα ανθρωπιστικής κρίσης, καθώς οι πόροι για την υποστήριξη εκατομμυρίων εκτοπισμένων μειώνονται δραματικά.
Αυτή η ανησυχητική εξέλιξη έρχεται σε συνέχεια μιας ευρύτερης τάσης όπου οι δυτικές χώρες, αντιμέτωπες με αυξανόμενο αντιμεταναστευτικό αίσθημα και πιέσεις για ανακατανομή πόρων προς την άμυνα, μειώνουν συστηματικά τη χρηματοδότηση προς τις αναπτυσσόμενες χώρες που επωμίζονται το κύριο βάρος της προσφυγικής κρίσης. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα επικίνδυνο κενό στην παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας, απειλώντας τη σταθερότητα και την ασφάλεια εκατομμυρίων εκτοπισμένων ανθρώπων.
Οι περικοπές βοήθειας και ο κίνδυνος κλεισίματος συνόρων
Η Charlotte Slente, Γενική Γραμματέας του Δανικού Συμβουλίου Προσφύγων, ενός οργανισμού που δραστηριοποιείται σε δεκάδες χώρες, εξέφρασε την έντονη ανησυχία της για την πιθανότητα οι φτωχότερες χώρες, οι οποίες φιλοξενούν το 75% των προσφύγων παγκοσμίως, να επιβάλουν νέους περιορισμούς. Όπως δήλωσε στο Reuters από τη Γενεύη, αυτές οι χώρες «εγκαταλείπονται από τους δωρητές», καθώς η Βρετανία και η Γερμανία, μεταξύ άλλων, αυστηροποιούν τους κανόνες ασύλου εν μέσω αντιμεταναστευτικού κλίματος. Η επιβράδυνση στις επιστροφές Σύριων προσφύγων, λόγω της μείωσης της παγκόσμιας χρηματοδότησης, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνεπειών αυτής της πολιτικής.
Παραδείγματα πίεσης: Ουγκάντα, Τσαντ και οι επιπτώσεις
Η Slente ανέφερε ως παράδειγμα την Ουγκάντα, μια χώρα που για χρόνια υπήρξε γενναιόδωρος οικοδεσπότης προσφύγων από το Σουδάν, το Νότιο Σουδάν και τη Σομαλία, η οποία πλέον έχει αρχίσει να περιορίζει τους αριθμούς εισόδου. Αντίστοιχα, το Τσαντ φιλοξενεί σχεδόν 900.000 πρόσφυγες από τον εμφύλιο πόλεμο του Σουδάν, οι οποίοι όμως δεν λαμβάνουν επαρκή βοήθεια και τα στρατόπεδα γεμίζουν ασφυκτικά, όπως διαπίστωσε η ίδια κατά την επίσκεψή της τον περασμένο μήνα. Η συνεχιζόμενη βία στο Σουδάν απειλεί να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερα κύματα εκτοπισμού.
Αυτό που ανησυχεί ιδιαίτερα τους ανθρωπιστικούς οργανισμούς και τους αναλυτές είναι η αποκλιμάκωση της διεθνούς αλληλεγγύης σε μια περίοδο που οι παγκόσμιες κρίσεις, από τη βία μέχρι την κλιματική αλλαγή, δημιουργούν πρωτοφανή κύματα εκτοπισμού. Η μετατόπιση των κονδυλίων προς την άμυνα, όπως αναμένεται από ευρωπαϊκές χώρες, υποδηλώνει μια μεταβολή προτεραιοτήτων που μπορεί να έχει σοβαρές γεωπολιτικές και ανθρωπιστικές συνέπειες.
Η επόμενη μέρα για τους εκτοπισμένους
Το Δανικό Συμβούλιο Προσφύγων έχει ήδη αναγκαστεί να περικόψει την υποστήριξη προς τους εκτοπισμένους φέτος λόγω της μείωσης της χρηματοδότησης, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες στο παρελθόν κάλυπταν το 20% των συνεισφορών. Ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει μειώσει δραματικά την εξωτερική βοήθεια, με συνέπειες όπως η λιμοκτονία παιδιών στην Κένυα. Ο οργανισμός έχει καταργήσει σχεδόν 2.000 θέσεις εργασίας και έχει περιορίσει τη βοήθεια σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της παροχής διατροφικών προμηθειών σε μητέρες και παιδιά σε περιοχές όπως το Καμερούν και το Αφγανιστάν. Ενώ άλλοι δωρητές έχουν διατηρήσει σταθερές τις συνεισφορές τους μέχρι στιγμής, η Slente αναμένει περαιτέρω πτώση από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς μετατοπίζουν κεφάλαια προς την άμυνα. Αυτή η τάση ακολουθεί και άλλους μεγάλους οργανισμούς, όπως η Διεθνής Ομοσπονδία Συλλόγων Ερυθρού Σταυρού και Ερυθράς Ημισελήνου, που αναγκάστηκε να μειώσει τις εκκλήσεις της για βοήθεια.