- Ο Καποδίστριας υπήρξε ο καταλύτης για την ενοποίηση των ελβετικών καντονιών το 1814.
- Η Ομοσπονδιακή Συνθήκη του 1815 αποτέλεσε το θεσμικό θεμέλιο της σύγχρονης Ελβετίας.
- Η αναστολή του Συντάγματος του 1827 στην Ελλάδα έγινε μέσω θεσμικής διαδικασίας και συναίνεσης.
- Ο Κυβερνήτης πίστευε στη σταδιακή ωρίμανση του λαού πριν την πλήρη εφαρμογή φιλελεύθερων θεσμών.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας αποτέλεσε τον κεντρικό αρχιτέκτονα της ελβετικής πολιτειακής συγκρότησης μεταξύ 1813 και 1814, θέτοντας τις βάσεις για τη Συνομοσπονδία των Καντονιών. Η μεταγενέστερη απόφασή του για αναστολή του Συντάγματος του 1827 στην Ελλάδα δεν υπήρξε αυθαίρετη επιλογή, αλλά προϊόν θεσμικής συναίνεσης μέσω του Ψηφίσματος ΝΗ΄, υπαγορευμένη από την ανάγκη για πολιτικό ρεαλισμό σε ένα κράτος που αναζητούσε τον βηματισμό του.
| Έτος | Ιστορικό Ορόσημο |
|---|---|
| 1813-1814 | Διπλωματική αποστολή Καποδίστρια στην Ελβετία |
| 9 Σεπτεμβρίου 1814 | Έγκριση Ομοσπονδιακής Συνθήκης από τη Συνέλευση των Καντονιών |
| 7 Αυγούστου 1815 | Έναρξη ισχύος της Συνθήκης μετά το Συνέδριο της Βιέννης |
| 18 Ιανουαρίου 1828 | Ψήφισμα ΝΗ΄ για την αναστολή του Συντάγματος του 1827 |
| 1848 | Μετάβαση στο Ελβετικό Ομοσπονδιακό Κράτος |
Η πρόσφατη δημόσια συζήτηση γύρω από την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή έχει φέρει στο προσκήνιο ιστορικές ασάφειες σχετικά με το διπλωματικό αποτύπωμα του Ιωάννη Καποδίστρια. Η προσπάθεια υποβάθμισης της προσφοράς του στην Ελβετία, με το επιχείρημα ότι δεν συνέταξε ο ίδιος ένα τυπικό Σύνταγμα, παραβλέπει την ουσία της πολιτικής διαμεσολάβησης σε μια εποχή που η χώρα βρισκόταν στο χείλος του εμφυλίου πολέμου.
Χωρίς τον Καποδίστρια, αναμφίβολα, η Ελβετία δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα.
Lorenzo Amberg, Πρώην Πρέσβης της Ελβετίας
Η διπλωματική αποστολή και η Ομοσπονδιακή Συνθήκη του 1814
Ως ειδικός απεσταλμένος του Ρώσου τσάρου, ο Καποδίστριας εργάστηκε άοκνα από τον Νοέμβριο του 1813 έως τον Σεπτέμβριο του 1814 για να γεφυρώσει τις διαφορές μεταξύ των αντιμαχόμενων καντονιών. Ο στόχος του ήταν η δημιουργία μιας ενιαίας Ομοσπονδιακής Συνθήκης (Federal Treaty), η οποία θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα και την εθνική κυριαρχία της Ελβετικής Συνομοσπονδίας.
Η τελική συνθήκη μεταξύ των 24 κυρίαρχων καντονιών εγκρίθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1814 και αποτέλεσε το λεγόμενο Σύνταγμα της Αποκατάστασης. Όπως επισημαίνουν επίσημα ελβετικά αρχεία, ο Καποδίστριας άσκησε την πλέον καθοριστική επιρροή στη σύνταξη προσχεδίων και ψηφισμάτων, αποκαθιστώντας την αστική τάξη και τη διεθνή αναγνώριση της χώρας.
Η συμβολή του ήταν τόσο βαθιά που ο πρώην πρέσβης της Ελβετίας στην Αθήνα, Lorenzo Amberg, δήλωσε χαρακτηριστικά πως χωρίς τον Καποδίστρια, η Ελβετία δεν θα ήταν αυτό που είναι σήμερα. Η μετάβαση στο Ομοσπονδιακό Κράτος του 1848 κατέστη δυνατή μόνο πάνω στα θεσμικά θεμέλια που έθεσε ο Έλληνας διπλωμάτης τρεις δεκαετίες νωρίτερα.
Η αναστολή του Συντάγματος του 1827 και ο ελληνικός ρεαλισμός
Στο εσωτερικό μέτωπο, η κριτική για τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα του Καποδίστρια εστιάζει συχνά στην αναστολή του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος του 1827. Ωστόσο, τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι η κίνηση αυτή έγινε με τη σύμφωνη γνώμη της Βουλής στις 18 Ιανουαρίου 1828, αναγνωρίζοντας την ανάγκη για μια προσωρινή διοικητική μεταβολή.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις έμπειρων ιστορικών αναλυτών, ο Καποδίστριας εφάρμοσε μια στρατηγική σταδιακής ωρίμανσης. Ο ίδιος πίστευε ότι η άμεση εφαρμογή φιλελεύθερων θεσμών του 19ου αιώνα σε έναν λαό που μόλις έβγαινε από αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας θα ήταν καταστροφική, καθώς απουσίαζαν οι βασικές προϋποθέσεις παιδείας και κοινωνικής συνοχής.
Σε συνομιλία του με τον Ι. Γ. Εϋνάρδο, ο Κυβερνήτης είχε τονίσει πως η συνείδησή του θα τον κατηγορούσε αν έδινε θεσμούς για τους οποίους ο λαός δεν ήταν ακόμα ώριμος. Η προσέγγισή του δεν ήταν η άρνηση της ελευθερίας, αλλά η επίσπευση του πολιτισμού ώστε η νέα γενιά να είναι ικανή να διαχειριστεί τη δημοκρατία με υπευθυνότητα και σταθερότητα.
Η επόμενη μέρα της ιστορικής μνήμης
Η ενσάρκωση του Κυβερνήτη από τον Αντώνη Μυριαγκό και η σκηνοθετική ματιά που προκάλεσε την αντίδραση του Δημήτρη Αρβανίτη, υπογραμμίζουν το βάρος της προσωπικότητας του Καποδίστρια. Η κατανόηση του έργου του απαιτεί την αποδέσμευση από αναχρονιστικές ερμηνείες και την αναγνώριση του πολιτικού ρεαλισμού ως αναγκαίου εργαλείου για τη γέννηση ενός κράτους.
Τελικά, ο Καποδίστριας δεν υπήρξε ένας δογματικός ηγέτης, αλλά ένας διορατικός διπλωμάτης που γνώριζε πότε να πιέσει για αλλαγές και πότε να δημιουργήσει το απαραίτητο κενό για την ωρίμανση των θεσμών. Η κληρονομιά του παραμένει ζωντανή τόσο στις αλπικές κορυφές όσο και στα θεμέλια του σύγχρονου ελληνικού κράτους.