- Πάνω από τις μισές χώρες παγκοσμίως έχουν δείκτη γονιμότητας κάτω από το 2,1.
- Η Ελλάδα καταγράφει ακραία χαμηλή γονιμότητα με μόλις 1,3 γεννήσεις ανά γυναίκα.
- Οικονομικά κίνητρα σε χώρες όπως η Νότια Κορέα αποδεικνύονται αναποτελεσματικά.
- Η κλιματική κρίση και η οικονομική ανασφάλεια λειτουργούν ως αποτρεπτικοί παράγοντες.
- Η τεχνολογία και η υγιής γήρανση προτείνονται ως λύσεις για την οικονομική βιωσιμότητα.
Η παγκόσμια δημογραφική συρρίκνωση λαμβάνει διαστάσεις κρίσης, καθώς περισσότερες από τις μισές χώρες βρίσκονται κάτω από το όριο αναπλήρωσης του 2,1. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση στο περιοδικό Lancet, η Ελλάδα καταγράφει ακραία χαμηλή γονιμότητα με μόλις 1,3 γεννήσεις ανά γυναίκα, πυροδοτώντας ανησυχίες για τη μακροπρόθεσμη κοινωνική συνοχή.
| Χώρα / Περιοχή | Δείκτης Γονιμότητας | Κατάσταση |
|---|---|---|
Χώρα / Περιοχή Ελλάδα | Δείκτης Γονιμότητας 1,3 | Κατάσταση Ακραία χαμηλή |
Χώρα / Περιοχή Κίνα | Δείκτης Γονιμότητας < 1,0 | Κατάσταση Κρίσιμη |
Χώρα / Περιοχή ΗΠΑ | Δείκτης Γονιμότητας 1,6 | Κατάσταση Υπό το όριο αναπλήρωσης |
Χώρα / Περιοχή Ευρώπη (Μ.Ο.) | Δείκτης Γονιμότητας < 2,1 | Κατάσταση Φθίνουσα |
Χώρα / Περιοχή Νότια Κορέα | Δείκτης Γονιμότητας < 1,0 | Κατάσταση Ιστορικό χαμηλό |
Η τρέχουσα μείωση των γεννήσεων δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά την κορύφωση μιας μακροχρόνιας δημογραφικής μετάβασης που ξεκίνησε στα τέλη του 20ού αιώνα. Η μετατόπιση από τις πολυμελείς οικογένειες προς το μοντέλο του ενός παιδιού ή της ατεκνίας αντανακλά βαθιές δομικές αλλαγές στις σύγχρονες κοινωνίες.
Στις μέρες μας, η ατομική αυτοπραγμάτωση και η οικονομική επιβίωση συχνά συγκρούονται με τις παραδοσιακές αναπαραγωγικές προσδοκίες, δημιουργώντας ένα νέο κοινωνικό τοπίο. Η κατανόηση αυτού του φαινομένου απαιτεί μια πολυεπίπεδη ανάλυση που υπερβαίνει τους απλούς αριθμούς.
Η υπογεννητικότητα αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα του 21ου αιώνα, με επιπτώσεις που αγγίζουν την οικονομία και τη δημόσια υγεία.
Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Καθηγήτρια Επιδημιολογίας ΕΚΠΑ
Η ακτινογραφία της παγκόσμιας υπογεννητικότητας
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Lancet, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας έχει υποχωρήσει κάτω από το 2,1 σε περισσότερες από τις μισές χώρες του πλανήτη. Το όριο αυτό θεωρείται απαραίτητο για τη διατήρηση ενός σταθερού πληθυσμού χωρίς τη συμβολή της μετανάστευσης.
Σε χώρες όπως η Κίνα, η Νότια Κορέα και η Ουκρανία, ο δείκτης έχει κατρακυλήσει κάτω από τη μονάδα, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκεται στο 1,6. Στην Ελλάδα, οι απογοητευτικοί αριθμοί γεννήσεων έχουν οδηγήσει τον δείκτη στο 1,3, τοποθετώντας τη χώρα στην κατηγορία της ακραία χαμηλής γονιμότητας.
Αυτή η τάση δεν είναι νέα για την Ευρώπη, καθώς από τις αρχές του 21ου αιώνα, το 75% του πληθυσμού της ηπείρου ζει σε κράτη που δεν επιτυγχάνουν το επίπεδο αντικατάστασης των γενεών. Η τελευταία φορά που η Ελλάδα άγγιξε το 2,1 ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Οι σύνθετοι λόγοι της αναπαραγωγικής υποχώρησης
Οι ερευνητές εντοπίζουν μια σειρά από παράγοντες που αποθαρρύνουν την τεκνοποίηση. Η ευρεία πρόσβαση στην αντισύλληψη και η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας έχουν αλλάξει τις προτεραιότητες του οικογενειακού προγραμματισμού.
Παράλληλα, η καθυστέρηση του γάμου και η μείωση της βιολογικής γονιμότητας σε άνδρες και γυναίκες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η μείωση της παιδικής θνησιμότητας έχει επίσης μεταβάλει τη λογική της οικογένειας, καθώς η επιβίωση των απογόνων θεωρείται πλέον δεδομένη.
Επιπλέον, εξωτερικοί παράγοντες όπως η κλιματική κρίση, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η οικονομική ανασφάλεια δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας. Η επιδείνωση της ψυχικής υγείας στους νέους ενήλικες καθιστά την απόφαση για παιδί μια ολοένα και πιο δύσκολη πρόκληση.
Η αποτυχία των οικονομικών κινήτρων
Πολλά κράτη προσπαθούν να ανακόψουν την πτώση με άμεσα οικονομικά μέτρα. Η Κίνα επέβαλε φόρο στα προφυλακτικά, η Νότια Κορέα προσφέρει απαλλαγές από τη θητεία και η Ουγγαρία παρέχει ισόβια φοροαπαλλαγή εισοδήματος σε πολύτεκνες μητέρες.
Στην Ελλάδα, το επίδομα γέννησης κυμαίνεται από 2.400 έως 3.500 ευρώ, ανάλογα με τον αριθμό των παιδιών. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι παρά τις τεράστιες οικονομικές επενδύσεις, τα αποτελέσματα παραμένουν πενιχρά παγκοσμίως.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις κοινωνικών ερευνητών, η εστίαση αποκλειστικά στα επιδόματα παραγνωρίζει το γεγονός ότι η τεκνοποίηση είναι πλέον μια υπαρξιακή και ποιοτική απόφαση. Η Νότια Κορέα, παρά τις δαπάνες δισεκατομμυρίων, δεν κατάφερε να αναστρέψει την αρνητική πορεία των δεικτών.
Στρατηγικές για τη βιωσιμότητα της γηράσκουσας κοινωνίας
Η δημογραφική γήρανση προκαλεί ήδη πιέσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα και την οικονομία. Οι συντάκτες του Lancet προτείνουν μια ισορροπημένη προσέγγιση που δεν βασίζεται μόνο στον φόβο της πληθυσμιακής κατάρρευσης.
Η επένδυση στην υγιή γήρανση, τη γηριατρική φροντίδα και τη φυσική αποκατάσταση είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Η αξιοποίηση της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να αποτελέσει τον καταλύτη για την οικονομική βιωσιμότητα σε έναν κόσμο με λιγότερους εργαζόμενους.
Αντί για μια στείρα προσπάθεια αύξησης των γεννήσεων, οι κοινωνίες οφείλουν να προσαρμοστούν στη νέα δημογραφική πραγματικότητα. Η ενίσχυση της πρόληψης και η διαγενεακή αλληλεγγύη θα αποτελέσουν τα κλειδιά για την επιβίωση των σύγχρονων κρατών στον 21ο αιώνα.
Προσεγγίσεις για τη διαχείριση του δημογραφικού
- Ενίσχυση των δομών υγιούς γήρανσης για την υποστήριξη του ηλικιωμένου πληθυσμού.
- Επένδυση στη γηριατρική ιατρική και τη φυσική αποκατάσταση.
- Αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης για την κάλυψη των κενών στην αγορά εργασίας.
- Προαγωγή της ψυχικής υγείας και της οικονομικής ασφάλειας των νέων ενηλίκων.